Όπως συνέβαινε μερικές φορές, από λανθασμένους χειρισμούς του Ενεργειακού Κέντρου Ημερήσιας Φροντίδας, το πέρασμα εκείνης της μέρας από το μεσημέρι στο απομεσήμερο κι έπειτα στο απόγευμα έγινε ξαφνικά κι απότομα, χωρίς ενδιάμεσα στάδια και προειδοποιήσεις. Από την μία στιγμή στην άλλη, ο ουρανός θάμπωσε, ο ήλιος έγινε πορτοκαλής και μία γλύκα απλώθηκε παντού, μία ουσία ονείρου, που έμπαινε στα σπίτια των ανθρώπων και χάιδευε πρωτόγνωρα τις καρδιές τους.

Ο Θωμάς, κλεισμένος καθώς ήταν όλη μέρα στο δωμάτιό του, με τα χέρια στο πιάνο, είδε μια πορτοκαλή χαραγή να σχηματίζεται μισή στο κατασκευασμένο από συνθετικό μέταλλο έπιπλο και μισή στον γαλάζιο τοίχο. Σταμάτησε απαλά τις κινήσεις του, γύρισε το κεφάλι προς το παράθυρο και κοίταξε έξω. Δεν μπορούσε να καταλάβει αν οφειλόταν στην ευαισθησία της στιγμής ή στην ξαφνική μετάπτωση της ημέρας, αλλά ένιωσε μια έντονη αίσθηση πρωτόγνωρου σε αυτό που αντίκριζε. Σαν να έβλεπε τον κόσμο με καινούρια μάτια, και ήξερε πολύ καλά πόσο καιρό είχε να το νιώσει αυτό...

Μόλις λίγες στιγμές πριν, τα δάχτυλά του κινούνταν απαλά πάνω στο κλαβιέ του πιάνου. Ένιωθε ήρεμος και χαλαρωμένος, η πλάτη του ήταν ίσια και οι ώμοι του βρίσκονταν σε ευθεία γραμμή, με το τακούνι του παπουτσιού του κρατούσε τον ρυθμό. Είχε αρχίσει αυτοσχεδιάζοντας να συνδυάζει νότες και συγχορδίες, να σχηματίζει μουσικές φράσεις, να δημιουργεί μια σύνθεση. Κι ενώ κρατούσε τα μάτια του κλειστά, με το μυαλό του έβλεπε μορφές να ξεπετάγονται μέσα από το κλαβιέ του πιάνου, έγχρωμες παρουσίες με μαγική υπόσταση, που φτερούγιζαν προς το ταβάνι. Φανταζόταν τις μορφές αυτές να ελευθερώνονται στον αέρα μέσα από το έπιπλο, να κυματίζουν ελεύθερα, κι έπειτα να σμίγουν μεταξύ τους, να αγκαλιάζονται, να ενώνονται και να χωρίζουν, να χορεύουν ανεβαίνοντας προς την οροφή και να μην είναι ποτέ οι ίδιες. Σε αυτόν τον ψεύτικο κόσμο, κι ωστόσο τον μόνο αληθινό εκείνη την στιγμή, ο Θωμάς είχε νιώσει απόλυτα ευτυχής, μέχρι που άνοιξε τα μάτια του – μια στιγμή μόνο αρκούσε – μέχρι που άνοιξε τα μάτια του και το είδε… Τότε βρέθηκε να κοιτά έξω από το παράθυρο παραλυμένος, κι ήταν ίσως η πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια που ένιωθε πως η ‘‘μουσική’’ έξω από το τζάμι, εκεί έξω, ήταν καλύτερη από την δική του.  

Η μουσική μες το δωμάτιο σταμάτησε. Ο Θωμάς σηκώθηκε και με αργά βήματα προχώρησε προς την μεριά του παραθύρου, που κάλυπτε το μεγαλύτερο μέρος ενός από τους τοίχους κι έβγαινε λίγα μέτρα προς τα έξω, σχηματίζοντας μια μικρή τζαμαρία. Στην αρχή πλησίαζε προς έναν φασματικό του εαυτό, που περιβαλλόταν καθρεπτιζόμενος από το μεταλλικό πλαίσιο του τζαμιού, κι έπειτα βρέθηκε πλημμυρισμένος από το εξωτερικό τοπίο, λουσμένος στο αχνό φως της ημέρας που έφτανε στο τέλος της. Ένας ροδοκόκκινος ουρανός, ένας ήλιος στην δύση του, μερικές ουρές από σύννεφα κι οι φλογισμένες στέγες των άλλων σπιτιών, σαν μαγικά χαλιά που αιωρούνταν πάνω από το έδαφος. Ήταν τόσο όμορφα που ευχήθηκε να μη έπεφτε ξαφνικά το σκοτάδι, να μην βυθίζονταν όλα απότομα μες την μαυρίλα, να μην έκαναν πάλι λάθος σε αυτό το σημείο… 

Oι τεχνικοί του Ενεργειακού Κέντρου Ημερήσιας Φροντίδας, όμως, δεν διέφεραν από όλους τους υπόλοιπους δημοσίους υπαλλήλους. Περιορίζονταν στο να διεκπεραιώνουν βαριεστημένα την υπηρεσία τους, χωρίς κανένα ιδιαίτερο μεράκι για αυτό που έκαναν, παρόλο που ο Θωμάς πίστευε πως το έργο τους θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ισότιμο με αυτό των καλλιτεχνών. Για εκείνους ήταν απλώς κουμπιά και μηχανήματα, και οι υπολογιστές ήταν τόσο τέλειοι που το αποτέλεσμα αρκούσε από μόνο του όσο άγαρμπα κι αν επιτελούνταν. 

Τώρα, καθηλωμένος μπροστά στο παράθυρο, προσπαθώντας να συλλάβει την ομορφιά της εικόνας που καθρεπτιζόταν στα μάτια του, ο Θωμάς έφερνε στο νου του τα λόγια των επιστημόνων, που είχαν προσπαθήσει να ξαναστήσουν τον κόσμο στα πόδια του και να περισώσουν ό,τι μπορούσε να σωθεί : «η δόνηση είναι η βάση ολόκληρου του εκδηλωμένου κόσμου, αλλά και η απαρχή της δημιουργίας… η βάση της δομής της πραγματικότητας που αντιλαμβάνονται οι ανθρώπινες αισθήσεις είναι ένας κόσμος που δονείται και ανταλλάσσει πληροφορίες μέσω κραδασμών, ταλαντώσεων ενέργειας σε διαφορετικά πεδία κι επίπεδα… διαχέοντας προς την αδρανή ύλη παλμικές δονήσεις ήχου που την ξυπνούν μπορούμε να αναπαραστήσουμε τον κόσμο…». Θυμόταν ακόμη από το σχολείο τον βασικό κανόνα της Νέας Φυσικής : «Το ανύπαρκτο κυμαίνεται και η κύμανσή του το καθιστά υπαρκτό. Κι επειδή ο παρατηρών νους διαμορφώνει την κύμανση, η πραγματικότητα που προκύπτει είναι τελικά προϊόν του νου». Οι άνθρωποι δεν χρειάζονταν πια τις υλικές δυνάμεις για να μεταβάλλουν τον κόσμο. Άλλωστε δεν είχαν απομείνει και πολλά πράγματα από αυτόν. Όλο το βάρος είχε πέσει στους επιστήμονες, που επέλεξαν απλά να επιδράσουν στα ίδια τα κύματα που επεξεργάζεται ο νους, να χρησιμοποιήσουν τους όρους του δικού του παιχνιδιού, προκαλώντας επιλεκτική ενεργοποίηση ψυχονευρικών κέντρων. Έτσι, κατάφεραν να προσφέρουν μία νέα ελπίδα για έναν σταθερό ανθρώπινο κόσμο, για όσο άντεχε κι αυτή…  

Ο Θωμάς θυμόταν πως είχε πολλά χρόνια να γευτεί μια τέτοια συγκίνηση, που να μην οφείλεται αποκλειστικά στον εσωτερικό του κόσμο αλλά σε κάτι εξωτερικό. Διατηρούσε ακόμη μερικές αναμνήσεις από τα παιδικά του χρόνια, όπου είχε την τύχη ή την ατυχία να προλάβει τον παλιό κόσμο, όπως ήταν κάποτε. Θυμόταν μια εκδρομή με τους γονείς του μέσα από το δάσος. Μια νυχτερινή κατασκήνωση σε κάποια λίμνη. Το σπίτι του παππού του στην εξοχή. Ναι, διατηρούσε ακόμη κάποιες αναμνήσεις : η μυρωδιά του νοτισμένου χώματος, η αύρα των βουνών, η σιωπή της νύχτας, το παραμιλητό των αηδονιών μέσα στα φυλλώματα, ένας αδύναμος ήλιος να ζωγραφίζει περίτεχνα τον βραδινό ορίζοντα στην ανατολή του… 

Σε εκείνη την εκδρομή, ο Θωμάς είχε διαπιστώσει πόσο περίεργος άνθρωπος ήταν ο παππούς του. Ίσως το μέρος όπου έμενε, ένας Πρότυπος Σταθμός Φυσικής Διατήρησης, να τον είχε επηρεάσει. Του άρεσε να πεζοπορεί για ώρες μέσα στους εξωτικούς δρόμους, κι έλεγε πως ορισμένα βράδια άκουγε τραγούδια να έρχονται από μακριά. Ο Θωμάς θυμόταν τα λόγια του, μια βραδιά μες την ησυχία του σπιτιού : «από καιρό σε καιρό ακούω μελωδίες, τέτοιες που δεν έχω ξανακούσει ποτέ, να έρχονται μέσα από το δάσος, λες και τραγουδούν χοροί αγγέλων… έρχονταν από μακριά μουσικοί ήχοι, σε καθαρούς ή διακριτούς τόνους, αλλά ωστόσο απερίγραπτοι. Φαντασιωνόμουν άραγε ή ήταν πραγματικοί; ». 

Αλλά τώρα μια φευγαλέα σκιά πέρασε από το πρόσωπό του, καθώς σκέφτηκε πως δεν υπήρχε τίποτα πλέον από όλα αυτά. Εκείνη η εποχή είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Oι άνθρωποι ζούσαν πια προφυλαγμένοι μέσα στις τεράστιες κυψέλες τους, με μία εικονική πραγματικότητα να τους περιβάλλει.

Η ώρα περνούσε και η εικόνα έξω από το τζάμι βυθιζόταν στο σκοτάδι. Ο Θωμάς άρχισε να αισθάνεται μπερδεμένος, όπως την στιγμή που δεν ξέρεις αν έχεις ξυπνήσει ή αν ονειρεύεσαι ακόμη. Κάτι εξωτερικό… Ο εσωτερικός του κόσμος… Οι τεχνικοί του Ενεργειακού Κέντρου Ημερήσιας Φροντίδας φαίνεται πως τα είχαν καταφέρει απόψε. Στο τέλος ο Θωμάς κουράστηκε, γύρισε την πλάτη στο παράθυρο και κάθισε πάλι στο πιάνο. 


 © Δημήτρης Αργασταράς
(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''Συμπαντικές Διαδρομές'', τεύχος 12, Φεβρουάριος 2008)






Ο συγγραφέας και η κυρία Ντετόλ

1.

Όταν στάθηκα στην βάση της σκάλας, διαβάζοντας το καρφιτσωμένο σημείωμα – πρέπει να το είχαν βάλει στον πίνακα ανακοινώσεων μόλις σήμερα το πρωί – η πρώτη που σκέφτηκα αμέσως ήταν η κυρία Ντετόλ. Για όλους τους υπόλοιπους άλλωστε η είδηση ήταν ήδη γνωστή – έπρεπε να μετακομίσουμε, είτε στα διαμερίσματα που μας πρότειναν, είτε σε σπίτια δικά μας, το πολύ μέσα σε ένα μήνα, γιατί η παλιά πολυκατοικία θα γκρεμιζόταν για να δώσει την θέση της σε ένα σύγχρονο συγκρότημα διαμερισμάτων. Το αυτί μου είχε ήδη αρπάξει τα σχέδια των περισσότερων ενοίκων και μερικοί είχαν ήδη μετακομίσει, πρέπει να ήμουν ο τελευταίος που αποφάσισε τί ακριβώς θα κάνει, αλλά κανένας δεν γνώριζε τίποτε για την μοίρα της κυρίας Ντετόλ. Και διάφοροι ψίθυροι είχαν αρχίσει να ακούγονται...

Παρά το γνωστό του περιεχομένου της, η ανακοίνωση μου χάλασε κάπως την διάθεση. Ήταν Νοέμβρης μήνας, ο καιρός ακόμη καλός, μια μέρα ηλιόλουστη και ευχάριστα δροσερή, κι εγώ έβγαινα για τον καθημερινό μου πρωινό περίπατο. Θα περπατούσα για περίπου δεκαπέντε λεπτά μέχρι να φτάσω στην καφετέρια όπου έπαιρνα το πρωινό μου... Οι συνήθειες είναι καλές, οι συνήθειες προσφέρουν αυτοπεποίθηση. Το καθημερινό πρόγραμμα ενός υγιούς ανθρώπου είναι καλό να παραμένει αδιατάραχτο, τουλάχιστον όσον αφορά σε κάποιες σταθερές του... Φαίνεται να πιστεύω σε αυτά, και ίσως αυτός είναι ο λόγος που καθυστέρησα τόσο να κινήσω τις διαδικασίες της δικής μου μετακόμισης. Δεν ήθελα να αφήσω το διαμέρισμά μου, δεν ήθελα να μετακινήσω τα πράγματά μου, η προοπτική μιας αλλαγής περιβάλλοντος δεν με συγκινούσε. Ίσως επειδή εμείς, οι συγγραφείς, χρειαζόμαστε έναν χώρο σταθερό για να δουλέψουμε, έναν χώρο που να τον νιώθουμε δικό μας – όπως ίσως ο τυφλοπόντικας νιώθει δικό του το λαγούμι που έσκαψε με την μουσούδα του. Χρειαζόμαστε νέες εντυπώσεις, ναι. Καινούριες εμπειρίες, ασφαλώς. Μια επαφή με την εξισορροπητική κινητικότητα της καθημερινής ζωής, απαραιτήτως. Αλλά χρειαζόμαστε και τον δικό μας αδιατάραχτο χώρο, το δικό μας οργανωμένο χάος, την δική μας σταθερή ζωγραφιά πίσω από το τζάμι του παραθύρου μας. Αλλά, όποτε η πραγματικότητα εισβάλει στον προσωπικό μας χώρο, απαιτώντας αλλαγές, οφείλουμε να προσαρμοζόμαστε. Και αυτό ακριβώς ήταν το πρόβλημα: εγώ θα μετακόμιζα, η κυρία Ντετόλ όμως όχι.

Φτάνοντας, η υπάλληλος της καφετέριας δεν ρωτά πια την παραγγελία μου, την έχει μάθει πλέον. Είναι αυτό που παίρνω κάθε φορά που έρχομαι εδώ. Μερικές φορές μου προσφέρει τον καφέ χαμογελώντας σχεδόν αμέσως μόλις πατήσω το πόδι μου στον χώρο. Νομίζω πως πρέπει να με βλέπει καθώς πλησιάζω – αν σηκώσει για λίγο το βλέμμα της και αγναντέψει, έχει αυτή την δυνατότητα – ή πρέπει να έχει υπολογίσει πλέον ακριβώς την ώρα που κάθε φορά συνηθίζω να καταφθάνω. Παίρνω την παραγγελία μου και κατευθύνομαι προς το τραπεζάκι στην γωνία, εκείνο με την καλύτερη θέα από το μικρό ύψωμα όπου βρίσκεται η καφετέρια. Η θέα προσφέρει μια πανοραμική κάτοψη της πόλης. Διακρίνεις σχεδόν καθαρά τις διαγραμμίσεις των δρόμων μεταξύ των ψηλών πολυκατοικιών, έναν-δύο ανοιχτούς χώρους εδώ κι κει, μια εκκλησία στο βάθος, πιο μακριά τον χώρο του παλαιού αεροδρομίου και ύστερα την θάλασσα. Ο ορίζοντας είναι δυο γαλάζια που σμίγουν, ένα πιο έντονο κι ένα πιο αχνό που ασπρίζει στην κορυφή του. Όπως κάθε φορά, μπροστά σε αυτή την εικόνα οι πιο πρόσφατες σκοτούρες μου χάνονται. Μπροστά σε αυτή την θέα δεν είναι λίγες οι φορές που θυμάμαι πως ονειρεύτηκα πάλι την πρώην σύζυγό μου το προηγούμενο βράδυ. Φαίνεται πως οι προσπάθειές μου να την βγάλω από την μνήμη μου την έχουν εξωθήσει σε μια περιοχή στα όρια της συνείδησης, σε μια περιοχή που συνορεύει συχνά με τον κόσμο των ονείρων...

Ήταν εκείνη που έφυγε από το σπίτι, αφήνοντάς με να σκεφτώ με την ησυχία μου. Ήμουν εγώ που δεν έκανα τίποτα, αφήνοντάς την να κινήσει τις διαδικασίες του διαζυγίου. Σήμερα ζει στην Θεσσαλονίκη, πεντακόσια χιλιόμετρα μακριά, μαζί με την μοναχοκόρη μας που σπουδάζει εκεί. Όταν πρωτάρχισε να εμφανίζεται στα όνειρά μου, ήταν συνήθως μουτρωμένη, σταύρωνε τα χέρια της στο στήθος ή με κατσάδιαζε για πράγματα που δεν μπορούσα να ακούσω. Αργότερα όμως, και πιο έντονα τελευταία, άρχισε να μαλακώνει η μορφή της, να γίνεται πάλι καλή μαζί μου, έχει ξεκινήσει πάλι να αγαπάει τις σιωπές και τις ιδιοτροπίες μου, νομίζω πως ξαναθυμάται όλες τις καλές στιγμές που περάσαμε μαζί... Και σκέφτομαι να της τηλεφωνήσω, σκέφτομαι πως πρέπει να την πάρω και να μιλήσουμε ξανά, αλλά αυτή η σκέψη με οδηγεί στην ιδέα μου να τηλεφωνήσω και στην κυρία Ντετόλ.

Την καημένη! Κάθεται εκεί, μόνη στο διαμέρισμά της, χωρίς να έχει κανέναν άνθρωπο στον κόσμο, και σε λίγο θα της το πάρουνε και αυτό. Δεν μιλάει σε κανέναν στην πολυκατοικία. Νομίζω πως ο τελευταίος ένοικος που άκουσε την φωνή της ήταν εκείνος ο συνταξιούχος θυρωρός που πέθανε πέρσι. Μερικές φορές την χαιρετούσε με το όνομά της, αλλά εκείνη είχε σταματήσει πλέον να του απαντά. Κάτι φοβερό και αλλόκοτο πρέπει να την βασανίζει, γι’ αυτό πλένει τα πάντα με Ντετόλ! Όταν περνάς έξω από την πόρτα της, μια έντονη αποφορά καθαρτικού χτυπάει τα ρουθούνια σου. Πρέπει να σφουγγαρίζει τουλάχιστον πέντε φορές την ημέρα! Η μικρή χαραμάδα κάτω από την βαριά, ξύλινη πόρτα του διαμερίσματός της ακτινοβολεί ένα απαστράπτον φως, που σε κάνει να φαντάζεσαι εικόνες γυαλιστερών, πεντακάθαρων πατωμάτων. Και οι δύο μεγάλες γλάστρες με φυτά, που έχει έξω από την πόρτα της, μυρίζουνε επίσης, την έχω δει να περνάει τα φύλλα τους με Ντετόλ με το σφουγγαρόπανό της. Αν την συναντήσεις στην είσοδο του ασανσέρ, θα σου γυρίσει την πλάτη και θα πάει από την σκάλα. Αν την συναντήσεις στα σκαλιά και της προτείνεις να την βοηθήσεις με τα ψώνια, θα σταματήσει και θα πάρει το ασανσέρ. Δεν είναι κακή. Νομίζω πως δεν ξέρει πώς να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους. Ή, τουλάχιστον, έχει σταματήσει να το κάνει.

Τώρα που η παλιά πολυκατοικία θα γκρεμιστεί, που πρέπει να εγκαταλείψουμε τα διαμερίσματά μας, η κυρία Ντετόλ δεν έχει πού να πάει. Και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να διευθετήσει την κατάστασή της. Είμαι σίγουρος πως το μόνο που κάνει είναι να αγνοεί την προειδοποίηση, να συνεχίζει σαν να μην συμβαίνει τίποτα, ξεχνώντας πως οι μέρες μετρούν αντίστροφα και πως το μικρό, πεντακάθαρο οχυρό της σε λίγο δεν θα υπάρχει πια. Όποιος κι αν είναι ο μαγικός εχθρός της, θα νικήσει για πάντα. Σκόνη και μπάζα θα καλύψουν τις αμόλυντες επιφάνειές της. Η μάχη της δεν μπορεί να κερδηθεί, είναι μια μάχη χαμένη. Νομίζω πως το γνωρίζει αυτό και η ίδια, το γνωρίζει εξ' αρχής, γι’ αυτό και πλένει τα υπάρχοντά της καθημερινώς και τα πατώματά της. Δεν μπορεί να διαχειριστεί την ήττα της, και κάποιος πρέπει να την βοηθήσει...

Το μικρό πρωινό μου στην καφετέρια δεν διαρκεί πολύ. Κάθομαι μόνο όσο χρειάζεται για να διαλυθούν οι σκιές της νύχτας, να γεμίσουν τα πνευμόνια μου οξυγόνο, και οι σκέψεις μου να πάρουν μπρος. Καθώς αισθάνομαι αναζωογονημένος και τις νοητικές μου διαδικασίες να αφυπνίζονται, παίρνω τον δρόμο της επιστροφής, ανυπομονώντας να επιστρέψω στο δωμάτιό μου, να κάτσω στο γραφείο και να πιάσω την δουλειά. Κάτι που δεν είναι και τόσο εύκολο τελευταία, όπως καταλαβαίνετε, καθώς ο νους μου βασανίζεται από την αγωνία της κυρίας Ντετόλ. Πρέπει να την έχω συμπαθήσει αυτή την τρελή γριά, και αισθάνομαι πως κάποιος πρέπει να κάνει κάτι για αυτήν. Πράγμα που δεν είναι τόσο εύκολο για μένα, μονολογώ μόλις ξαναφτάνω μπροστά στην καρφιτσωμένη ανακοίνωση, καθώς οι συγγραφείς, ως γνωστόν, δεν είναι και τόσο άνθρωποι της δράσης...

2.

Καθώς γέρνω πίσω στην πολυθρόνα μου, σκέφτομαι πως ο απολογισμός της ημέρας δεν με ικανοποιεί και τόσο. Μόλις δύο σελίδες, για δεκαπέντε πεταμένες. Η πρώτη παράγραφος μου πήρε όλο το πρωί, αφότου επέστρεψα από την μικρή μου βόλτα, και χρειάστηκα ένα απόγευμα για να τελειώσω την πρώτη σελίδα. Ίσως τα πράγματα να ήταν καλύτερα αν δεν επέστρεφα κάθε τόσο πίσω, στα ήδη γραφόμενα, με μία εμμονή να τα ''χτενίσω'' άλλη μία φορά, να βελτιώσω αυτή και αυτή την φράση, να σβήσω εκείνο και να γράψω το άλλο. Ευτυχώς, η δεύτερη σελίδα βγήκε μονομιάς, χωρίς πολλές καθυστερήσεις. Άλλωστε, είχα ήδη κάνει αρκετές, την συνέχεια την είχα δουλέψει στο μυαλό μου και – όπως λένε – αρκεί κανείς να αποκτήσει τον ρυθμό.

Το αποτέλεσμα, όμως, δεν με ικανοποιεί και τόσο. Πρόκειται για ένα μικρό διήγημα, η ιδέα του οποίου μου έχει σφηνωθεί εδώ και κάμποσες μέρες στο μυαλό, από τότε που συνάντησα εκείνο το σκυλί στον δρόμο. Στην πραγματικότητα πρόκειται για ένα μικρό μυστήριο, καθώς ποτέ μου δεν είχα κατοικίδιο ούτε ιδιαίτερη συμπάθεια για τα σκυλιά. Όμως, μου καρφώθηκε αυτή η ιδέα και πρέπει να την γράψω για να προχωρήσω. Ο Φλοξ είναι ένα μικρό ροντβάιλερ που προσπαθεί να αφυπνίσει του ανθρώπους στους οποίους ανήκει. Ζει μαζί με ένα νεαρό νιόπαντρο ζευγάρι, χωρίς παιδιά, και όλη την ημέρα γαβγίζει προς την μεριά του παραθύρου. Κανείς δεν ξέρει τί το έχει πιάσει. Οι προσπάθειες της γυναίκας να το καθησυχάσει αποτυγχάνουν, ο άντρας έχει αρχίσει να εκνευρίζεται, κάτι πρέπει να τρέχει εκεί έξω που το κάνει να συμπεριφέρεται έτσι... Αυτό, ως ένα βαθμό, είναι μέρος του προβλήματος: δεν γνωρίζω τί τρέχει εκεί έξω, αγνοώ την συνέχεια και το τέλος της ιστορίας, αλλά πρέπει να την γράψω.

Σηκώνομαι από την πολυθρόνα και προχωρώ προς την πλευρά του παραθύρου. Σκέφτομαι ότι αυτό που μάλλον δεν μ' αφήνει να συνεχίσω είναι ότι, κατά βάθος, αυτό που θέλω είναι να τηλεφωνήσω στην Κατερίνα. Ξέρω ότι είναι σπίτι αυτή την ώρα, ξέρω τί μπορεί να κάνει αυτή την στιγμή, εκτός και αν έχει αλλάξει κατά πολύ τις συνήθειές της, αλλά νομίζω – ελπίζω δηλαδή – πως δεν τις έχει αλλάξει... Δεν ήταν δικό μου λάθος, εκείνη σηκώθηκε και έφυγε. Ένας συγγραφέας δεν χρειάζεται να σκεφτεί, σκέφτεται συνεχώς. Δεν μπορεί να με απομακρύνει από το παιδί μου με αυτό τον τρόπο... Αλλά όχι, θέλω να της τηλεφωνήσω για να της πω πως είμαι ένας ηλίθιος, πως το φταίξιμο είναι όλο δικό μου, πως φυσικά και θέλω να τα ξαναβρούμε. Άραγε θα με ακούσει, και τί θα έχει να μου πει...

Κατευθύνομαι λοιπόν προς το τηλέφωνο, θεωρώντας ότι έχω οριοθετήσει επακριβώς το δίλημμά μου και είμαι αποφασισμένος να το υπερνικήσω, όταν ξαφνικά βρίσκω άλλη μία αφορμή για να σταματήσω. Οι μέρες περνούν και καμία λύση δεν έχει βρεθεί για την κυρία Ντετόλ. Νομίζω πως θα πρέπει να έχει γίνει περισσότερο μελαγχολική αυτές τις μέρες, όσο μπορεί να το πει κανείς αυτό για εκείνη. Είναι σίγουρα φρικτό να σε βγάζουν έξω από τον χώρο σου και να μην μπορείς να κάνεις τίποτα για αυτό. Δεν ξέρω πώς μέχρι σήμερα πλήρωνε τα νοίκια, αν ήταν εντάξει στους λογαριασμούς της, αλλά σίγουρα στον καινούριο διακανονισμό δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί.

Ένα πρωί, οι άνθρωποι της εταιρίας μάς πήραν τηλέφωνο, μας ενημέρωσαν πως έπρεπε να εγκαταλείψουμε τα παλιά μας διαμερίσματα, μας πρόσφεραν για ένα διάστημα κάποια εναλλακτικά, δικά τους, αν το θέλαμε, και μας είπαν πως θα είχαμε προτεραιότητα στην αγορά ή την ενοικίαση των καινούριων, αν το θέλαμε επίσης. Η όλη διαδικασία είναι ασύμφορη αλλά δεν είχα τί άλλο να κάνω. Δέχτηκα να μετακομίσω σε κάποιο δικό τους διαμέρισμα καθώς είχα τα χρήματα για αυτό. Φαντάζομαι όμως εκείνη, να κρατά το ακουστικό στην άλλη άκρη της γραμμής, χωρίς να καταλαβαίνει αυτά που της λένε, χωρίς να μπορεί να απαντήσει. Ποιοί είναι αυτοί οι άνθρωποι και τί θέλουν; Από πού με ξέρουν και τί ζητάνε από εμένα;

Λοιπόν, θα μπορούσα να σηκώσω αυτή την στιγμή το ακουστικό και να την πάρω τηλέφωνο. Θα της έλεγα: «Αγαπητή μου, καταλαβαίνω την δύσκολη κατάσταση στην οποία βρίσκεσαι, σίγουρα η ζωή σου έχει φτάσει σε ένα αδιέξοδο, ακόμη και ο δικός μου λογαριασμός στην τράπεζα ίσα που επαρκεί για αυτή την μετακόμιση, φαντάζομαι λοιπόν πολύ καλά τις δικές σου δυσκολίες. Όμως, μην ανησυχείς, όπως τα καταφέρναμε τόσο καιρό, τόσα χρόνια, ο καθένας σε αυτό το σπίτι, με την δουλειά του, με τις υποθέσεις του, το ίδιο θα κάνουμε και τώρα. Μπορεί να μην επικοινωνήσαμε ποτέ στ' αλήθεια οι δυο μας, όμως πάντα υπάρχει μια ευκαιρία. Όποτε θέλεις, μπορείς να ζητήσεις την βοήθειά μου...»

Αλλά, τί ανόητος που είμαι! Ξεκίνησα για να πάρω τηλέφωνο την Κατερίνα, την γυναίκα μου, κατέληξα να μιλώ για την παράξενη κυρία Ντετόλ, και τώρα σκέφτομαι πως μια χαρά θα ταίριαζαν αυτά τα λόγια και στην πρώην σύζυγό μου. Ή μήπως όχι; Δεν θα ήταν αστείο αν αντί για την μοναχική κυρία Ντετόλ, τα έλεγα αυτά στην Κατερίνα; Πώς θα το έπαιρνε άραγε; Θα με χώριζε ολοκληρωτικά ή θα επέστρεφε πίσω; Και η κυρία του από κάτω διαμερίσματος, θα μπορούσε να με καταλάβει; Ίσως να νόμιζε εκείνη πως έχω κάνει κάποιο λάθος.

Δεν ξέρω σε ποιόν να τηλεφωνήσω επιτέλους, τί βοήθεια μπορώ να προσφέρω ή να ζητήσω, και έτσι απομακρύνομαι από το τηλέφωνο...

3.

Σήμερα αισθάνομαι καλύτερα. Χθες το βράδυ είχα μια καινούρια εξέλιξη όσον αφορά στην ιστορία, μια ιδέα που νομίζω πως ταιριάζει πολύ, τα δένει όλα μεταξύ τους και με ικανοποιεί απόλυτα. Το πρώτο ''πέρασμα'' ήταν επιτυχές και ανυπομονώ να την ξαναδουλέψω. Καθώς φοράω το παλτό μου, σκέφτομαι πως θα πρέπει να τελειώνω και με την άλλη ιδέα που με βασανίζει. Θα ρωτήσω σήμερα τον θυρωρό μας τί γίνεται με την κυρία Ντετόλ, την κυρία του από κάτω διαμερίσματος, αυτός όλο και κάτι θα έχει ακούσει.

Κατεβαίνω τις σκάλες και τον βρίσκω να μαζεύει κάτι γράμματα από κάτω. Τους ρίχνει μια διερευνητική ματιά και έπειτα σηκώνει το κεφάλι.

«Καλημέρα σας κύριε συγγραφέα, πώς είσαστε, καλά;» με χαιρετάει εγκάρδια, με το πονηρό χαμόγελό του.

«Μια χαρά, Παύλο. Να σε ρωτήσω... πώς πηγαίνουν οι μετακομίσεις, όλα εντάξει;»

«Πρέπει να έχουν τακτοποιηθεί όλες. Η κατασκευαστική εταιρία βιάζεται βλέπεται. Ε, το έχουμε πάρει απόφαση πια...»

«Με την κυρία του τρίτου... τί γίνεται;» τον ρωτάω δήθεν αδιάφορα.

«Την κυρία Μίνα; Έχει φύγει ήδη. Στην αρχή ήταν δύσκολα τα πράγματα αλλά νομίζω τους έπεισε. Την πήγαν σε ένα σπίτι κοινωνικής πρόνοιας και θα συμβάλλουν στα έξοδά της για ένα διάστημα. Τους τηλεφώνησε και τα βρήκαν...»

'Έμεινα έκπληκτος. «Τους τηλεφώνησε και τα βρήκαν;»

«Ακριβώς!»



© Δημήτρης Αργασταράς


''Μ ε τ α μ ο ρ φ ώ σ ε ι ς''
μερικά εκτενή αποσπάσματα

 Έκλεισε το βιβλίο γοητευμένος. Για άλλη μια φορά είχε περάσει όλο το απόγευμα διαβάζοντας, στο μεγάλο δωμάτιο του διαμερίσματός του, που το είχε διαμορφώσει σαν βιβλιοθήκη. Το παράθυρο στο πλάι του ήταν ανοικτό, με την κουρτίνα μπροστά τραβηγμένη, κι ένα απαλό αεράκι έδινε πνοή στο σκονισμένο δωμάτιο, το φορτωμένο βιβλία, καλώντας τον σε ταξίδια μακρινά. 

Καθισμένος στην αγαπημένη του μαλακιά πολυθρόνα, σ’ αυτήν που κάθεται πάντα όταν διαβάζει, με το βιβλίο κλειστό στο χέρι, γύρισε στο πλάι και δέχτηκε την δροσιά που έρχονταν απ’ έξω. Τί σημαίνει τελικά το να ζει κανείς ; Πόσο ελεύθεροι είμαστε να ζήσουμε πραγματικά, πέρα από τις συμβάσεις ; Τί υπάρχει εκεί έξω ; Όπως κάθε φορά που ολοκλήρωνε ένα βιβλίο, έτσι και τώρα, θέλησε να ονειροπολήσει, να στοχαστεί, να περιπλανηθεί, όχι μονάχα με την σκέψη αλλά και με τις αισθήσεις αν ήταν δυνατόν, σε αυτόν τον καινούριο κόσμο που είχε ανοιχθεί μπροστά του.

Αυτήν την φορά το βιβλίο ήταν η ‘‘Μεταμόρφωση’’ του Κάφκα. Η περιπέτεια του Γκρέγκορ Σάμσα τον είχε συνεπάρει, συνταράξει, εκπλήξει μοναδικά. Και καθώς ατένιζε τώρα έξω, στα σύννεφα που παράσερνε ο άνεμος, αισθάνθηκε πως του είχε ανοίξει ένα ολοκαίνουριο παράθυρο προς τον κόσμο. Άφησε το βιβλίο πάνω στην πολυθρόνα, σηκώθηκε αργά και προχώρησε προς το ανοικτό παράθυρο.

Θα μπορούσε να στεκόταν εκεί ένα λεπτό ή μία αιωνιότητα, δεν ήταν σίγουρος, όταν ο ήχος του κουδουνιού τον έκανε να τιναχθεί.




Literature Release
από τον Δημήτρη Αργασταρά

( Η Πρώτη Συνάντηση )
ΓΡΗΓΟΡΑ ! ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΒΙΑΣΤΩ, δεν έχω καθόλου χρόνο στην διάθεσή μου, καθώς μόλις πριν από λίγο απέδειξα πως εγώ είμαι ο ένοχος της αποτρόπαιης δολοφονίας του γιατρού Πιλαρή. Όμως ταυτόχρονα – τι ειρωνεία – πρέπει να σταθώ, να περιμένω λίγο ακόμη… Γιατί, παρόλο που έχω ήδη ετοιμάσει τον τρόπο της διαφυγής μου, πώς να σβήσω κάθε ίχνος πίσω μου, ώστε ούτε κάποιος γνωστός, ούτε οι ίδιοι μου οι διώχτες να μην μπορούν να με βρουν, πρέπει πρώτα να διηγηθώ τα γεγονότα, να περιγράψω όσα συνέβησαν έτσι όπως τα έζησα και τα αντιλήφθηκα εγώ, εγώ που ετοίμασα όλα εκείνα τα βήματα που οδηγούν τώρα τους αστυνομικούς στο κατόπι μου…

Όλα ξεκίνησαν λοιπόν με την  επίσκεψή μου στην οικία του δόκτορα της ψυχολογίας κυρίου Ευγενίου Πιλαρή. Επέλεξα να επισκεφτώ το σπίτι κι όχι το ιατρείο διότι πίστευα – κι εξακολουθώ να πιστεύω – πως η περίπτωσή μου είναι ιδιαίτερη αλλά κι επειδή η γνωριμία μας έγινε μέσω ενός κοινού γνωστού με τον οποίο ο γιατρός διατηρούσε κάποια επαγγελματική σχέση – τι μορφής δεν μπορώ να γνωρίζω. Ήταν Παρασκευή απόγευμα και έχοντας το χαρτάκι με την σημειωμένη διεύθυνση στο χέρι θα έπαιρνα το λεωφορείο της γραμμής κι έπειτα θα προχωρούσα δύο τετράγωνα περίπου μέχρι να βρω το σπίτι. Ομολογώ πως βγαίνοντας στον δρόμο και καθ’ όλη την διάρκεια της επίσκεψής μου ήμουν ιδιαίτερα αγχωμένος, είχα εκείνο το τρεμούλιασμα στα χέρια και το συνηθισμένο κοκκίνισμα στα αυτιά, χαρακτηριστικό σημάδι της αρρώστιάς μου. Όμως έφτασα στην περιοχή του γιατρού σχετικά γρήγορα κι εύκολα, κι αφού ρώτησα δυο περαστικούς, που μου απάντησαν πολύ ευγενικά, βρήκα την σωστή διεύθυνση. Με υποδέχτηκε η υπηρέτρια και με πέρασε στο σαλόνι. 
 
 Εκεί έμεινα για αρκετά λεπτά μόνος, καθισμένος στην άκρη του καναπέ, πλαισιωμένος από το πλούσια διακοσμημένο σαλόνι του γιατρού, ώσπου αποφάσισα να μετριάσω την αμηχανία μου ρίχνοντας μια ματιά στην πλούσια βιβλιοθήκη. Στάθηκα μπροστά στα ράφια με τα αμέτρητα βιβλία και, με έκπληξη, παρατήρησα κάποια που τράβηξαν την προσοχή μου… Αμέσως όμως ακούσθηκε από πίσω μου ένα θρόισμα από γυναικείο φόρεμα και ένα τρίξιμο στην σκάλα. Γυρίζοντας προς το μέρος της άξαφνης παρουσίας, διαπίστωσα πως ήταν η κυρία του σπιτιού.
Θυμάμαι ακόμη τα πρώτα της λόγια, το πόσο επιβλητική και γοητευτική ήταν εκείνη την πρώτη φορά… «Καλησπέρα σας. Εσείς θα πρέπει να είστε ο κύριος Χαρίλαος… μου έχει μιλήσει ο άντρας μου για σας…». Με πλησίασε και με χαιρέτησε εγκάρδια. Μιμήθηκα το ύφος της : χαιρόμουν πραγματικά που την γνώριζα, εκείνη θα έπρεπε να ήταν η κυρία Πιλαρή, η οικοδέσποινα φυσικά, κατόπιν απολογήθηκα για την μικρή καθυστέρησή μου αλλά η κίνηση στους δρόμους τέτοια ώρα… Μου είπε όμως πως δεν πείραζε καθόλου, άλλωστε το τραπέζι δεν ήταν έτοιμο ακόμη. «Ελάτε να καθίσουμε λίγο… εντωμεταξύ θα έρθει κι ο συζυγός μου». Ο ψυχίατρος λοιπόν δεν ήταν εξαρχής εκεί, απουσίαζε σε κάποια δουλειά, πράγμα που μου φάνηκε περίεργο δεδομένου της επίσκεψής μου και του ότι είχα ήδη καθυστερήσει λίγο, μα δεν σχολιάστηκε περαιτέρω.

Σε εκείνη την πρώτη μας συνάντηση, στον ημιφωτισμένο χώρο του σαλονιού, καθώς περιμέναμε την άφιξη του γιατρού – με ένα μικρό άγχος κι ανησυχία από την μεριά μου, με αφοπλιστική ηρεμία και υπομονή από την δική της – η οικοδέσποινα εκείνου του δείπνου, ομολογώ, δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να με γοητεύσει και να με φέρει, ως επακόλουθο αυτού του γεγονότος, σε δύσκολη θέση. Αν εκείνη την ώρα, που με κοιτούσε με τόλμη κατευθείαν στα μάτια, που μου χαμογελούσε όλο χάρη σα να γνωριζόμασταν κιόλας καιρό και να ήμασταν φίλοι από παλιά, που άπλωνε απαλά το χέρι της και μόλις άγγιζε το δικό μου – εκδηλώσεις στις οποίες δεν ήμουν συνηθισμένος και για τις οποίες αρχικά υπέθεσα πως σκοπό είχαν να με κάνουν να νιώσω άνετα και οικεία –, αν εκείνη την ώρα λοιπόν εμφανιζόταν στο δωμάτιο ο γιατρός, σίγουρα θα μπορούσε να διακρίνει την αμηχανία μου και να πάρει μια ιδέα για τα συμπτώματα της νόσου που με είχε οδηγήσει σε αυτόν. Αλλά ο γιατρός δεν ήρθε παρά μονάχα πολύ αργότερα, όταν η υπηρέτρια μας ενημέρωσε πως τα πιάτα βρίσκονταν ήδη στις θέσεις τους και ετοιμαζόμασταν να περάσουμε στην τραπεζαρία. Τότε ακούστηκε ο ήχος στην κλειδαριά, η πόρτα άνοιξε και το μπαστούνι του δόκτορα Πιλαρή χτύπησε με δύναμη στο κατώφλι...

Δεν θα ήθελα να βαρύνω αυτό το γραπτό, αυτήν την έγγραφη μαρτυρία, αυτό το απολογητικό υπόμνημα αν θέλετε, με ανούσιες λεπτομέρειες. Παρά την όποια αγάπη μου προς την λογοτεχνία, που ανέκαθεν ένιωθα, και την ανάγκη μου να μιλήσω όσο γίνεται πιο αναλυτικά, θα πρέπει να συγκρατήσω τον εαυτό μου στα πιο επουσιώδη και χαρακτηριστικά σημεία αυτού του χρονικού, να γράψω μόνο όσα χρειάζονται για να περιγράψω επακριβώς τα γεγονότα και να φροντίσω να απαλλαγώ από τις κατηγορίες που τόσο άδικα μου έχουν προσαχθεί. Έτσι δεν θα σας κουράσω με τις λεπτομέρειες του δείπνου. Όσα λέχθηκαν εκεί ήταν μόνο οι συνηθισμένες κοινοτυπίες που ανταλλάσσουν μεταξύ τους άγνωστοι όταν τρώνε μαζί. 

Άλλωστε γρήγορα διαπίστωσα πως ο δόκτωρ Πιλαρή δεν ήταν ένας φλύαρος άνθρωπος. Έδειχνε μάλλον αυστηρός, ένας γεροδεμένος σοβαρός καθηγητής, μ’ ένα έντονο βλέμμα πάνω από την γκρίζα περιποιημένη του γενειάδα. Κατά την διάρκεια του δείπνου είχα την εντύπωση πως έριχνε παντού την ψυχρή εξεταστική του ματιά, πως τίποτα δεν του ξέφευγε, ενώ ταυτόχρονα διακρινόταν από μία περίεργη εσωστρέφεια και ηρεμία, μια εσωτερική γαλήνη. Όπως διαπίστωσα, δεν έκανε ποτέ κανένα εύθυμο σχόλιο, εκτός κι αν η ατμόσφαιρα ήταν ήδη χαλαρή, και σε όλες μας τις συναντήσεις που ακολούθησαν τον θυμάμαι να γέλασε μόνο μία φορά, ενώ χαμογελούσε σπάνια.  

Όταν πια τελειώσαμε και με το γλυκό, ο γιατρός σηκώθηκε από το τραπέζι και άναψε το πούρο του κοντά στο τζάκι. Από την θέση που στεκόταν είχα την εντύπωση πως κοιτούσε κατευθείαν εμένα και δεν σας κρύβω πως  ένιωσα κάποια δυσφορία για όσα τυχόν του αποκάλυπτε η θέα του αυτή. Η κυρία Πιλαρή μου χαμογέλασε για μία τελευταία φορά και σηκώθηκε αθόρυβα. Έκανε ένα μικρό σχόλιο για την βραδιά, και αφού με καληνύχτισε έπειτα αποσύρθηκε, αφήνοντας πίσω της, καθώς περνούσε από πλάι μου, το απαλό και μεθυστικό άρωμά της. Στο μεταξύ η υπηρέτρια μάζευε τα πιάτα. Ήταν η ίδια που μας είχε φωνάξει νωρίτερα, αυτή που μας είχε σερβίρει, ενώ το σπίτι διέθετε ακόμη μία: εκείνη που με υποδέχτηκε στην αρχή και που έτρεξε γρήγορα να παραλάβει το παλτό και το μπαστούνι του γιατρού με την άφιξή του και που αργότερα έμαθα πως την έλεγαν Κατερίνα. Θυμάμαι να χαμογέλασα τότε με την εξειδίκευση του προσωπικού και αναρωτήθηκα πόσοι να κρύβονταν ακόμη στα ενδότερα… Σας τα αναφέρω όλα αυτά γιατί από τότε – και με την ταραχή των τελευταίων γεγονότων – πολλά πράγματα μπορεί να έχουν αλλάξει, αλλά είμαι σίγουρος πως υπήρχαν τουλάχιστον τρεις-τέσσερις άνθρωποι μέσα στο σπίτι, που μπορούν ίσως να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες και να συμπληρώσουν όσα έχω να σας πω εγώ.

Η υπηρέτρια μάζευε τα τελευταία πιάτα, αυτά του γλυκού, όταν ο γιατρός με πλησίασε και με άγγιξε απαλά στον ώμο. «Ελάτε, έχουμε να μιλήσουμε» είπε και με προέτρεψε να τον ακολουθήσω. Από την τραπεζαρία βγήκαμε πάλι στο σαλόνι, ανεβήκαμε την σκάλα και διασχίσαμε τον διάδρομο του δεύτερου ορόφου που χώριζε τα δωμάτια, για να συναντήσουμε ακόμη μια μικρή γυριστή ξύλινη σκαλίτσα. Το γραφείο του γιατρού βρισκόταν προφανώς στην σοφίτα. Κι όταν ο δόκτωρ Πιλαρή ξεκλείδωσε την πόρτα, ένιωσα έντονα την μυρουδιά του ξύλου και την ζεστασιά που απέπνεε ο χώρος. Ο γιατρός μου έκανε νόημα να καθίσω σε μία πολυθρόνα απέναντι από το γραφείο του, ενώ εκείνος έκλεισε για τα καλά το μικρό παράθυρο που βρισκόταν ακριβώς απέναντι και που το ένα του φύλλο ήταν ελάχιστα ανοικτό, τόσο ώστε να μπαίνει ένα απαλό αεράκι που ανασήκωνε την κουρτίνα. Από τότε πρόσεξα κι άλλες φορές πως συνήθιζε να αφήνει ανοικτό αυτό το παράθυρο.

«Λοιπόν αγαπητέ μου, περί τίνος πρόκειται ;».

Mε αυτά τα λόγια ξεκίνησε, αφού προηγουμένως κάθισε  αναπαυτικά στην μεγάλη μαύρη καρέκλα του γραφείου του και έπλεξε τις παλάμες μπροστά, πάνω στην κοιλιά του. Έτσι άρχισα να μιλάω εν περιλήψει για την κατάστασή μου και για τα ενοχλητικά συμπτώματα από τα οποία ήθελα να απαλλαγώ.  Κι εκείνος με άκουγε σιωπηλός, χωρίς να κουνιέται. Μία-δύο φορές με διέκοψε για να μου απευθύνει κάποια ερώτηση – κυρίως πρακτικού χαρακτήρα – κι έπειτα, με ένα νεύμα, με καλούσε να συνεχίσω και πάλι την εξιστόρησή μου.

Σε εκείνη την πρώτη μας συνεδρία και στις αμέσως επόμενες που ακολούθησαν, κυριαρχούσε μια αδιαμφισβήτητη επαγγελματική ατμόσφαιρα. Υπήρχαν μεταξύ μας, ακλόνητοι, οι διακριτοί ρόλοι του γιατρού και του ασθενή. Μάλιστα ο δόκτωρ Πιλαρή έδειχνε τόσο σταθερός σε αυτήν του την στάση που πίστεψα πως αυτός ήταν ο τρόπος που αντιμετώπιζε όλους τους ασθενείς του και πως έτσι θα προχωρούσε ολόκληρη η συνεργασία μας. Αργότερα όμως αποδείχτηκε πόσο λάθος έκανα σε αυτό…
………………….

( Ο Ηρακλής στο Δίστρατο )
Ήταν στην έκτη συνεδρία μας όταν ο δρ. Πιλαρή άνοιξε την ξύλινη ταμπακέρα του – την τόσο εντυπωσιακή που την πρόσεξα αμέσως –, άναψε ένα πούρο και σηκώθηκε από την καρέκλα. Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο κι έμεινε εκεί, με το βλέμμα προς τα έξω, φυσώντας τον καπνό του πάνω στο τζάμι. Η αλήθεια είναι πως προς στιγμήν τα σάστισα. Δεν ήξερα αν έπρεπε να διακόψω κι εγώ όσα έλεγα, όσα εξομολογούμουν εκείνη την στιγμή, ή αν έπρεπε να συνεχίσω κανονικά, χωρίς ενόχληση, την διήγησή μου. Έτσι σταμάτησα, με κομμένη την ανάσα, ξεροκαταπίνοντας. 

Προς την δική μου πλευρά πάνω στο γραφείο υπήρχε πάντα ένα ποτήρι με καθαρό νερό, το οποίο γεμίζαμε όποτε ξεκινούσε η επίσκεψή μου, ενώ όσες φορές κατά την διάρκεια της συνεδρίας τύχαινε να αδειάσει ο γιατρός μού έκανε νεύμα επιτρέποντάς μου να το ξαναγεμίσω από την κανάτα που βρίσκονταν δίπλα του. Όποτε έμπαινα στο γραφείο, το ποτήρι και η κανάτα ήταν πάντα στην θέση τους, σα να με περίμεναν εκεί, αν και ποτέ δεν συνάντησα καμία υπηρέτρια μέσα σ' αυτό το δωμάτιο. 

Εκείνη την στιγμή, που ο γιατρός στεκόταν στο παράθυρο, το ποτήρι ήταν γεμάτο και με μία γρήγορη κίνηση το πήρα και ήπια το νερό μονορούφι. Τότε ο γιατρός γύρισε προς το μέρος μου και μου χαμογέλασε για πρώτη φορά.

Έπειτα άφησε το παράθυρο και με πλησίασε. Σταμάτησε λίγα βήματα απέναντί μου, ακουμπώντας στο γραφείο του, αλλά αποφεύγοντας να καθίσει. «Χαρίλαε» ξεκίνησε – γιατί, παρά την απόσταση που μέχρι τότε διατηρούσε, μου μιλούσε από την αρχή στον ενικό – «μέχρι τώρα νομίζω πως μου μίλησες με απόλυτη ειλικρίνεια, περιέγραψες με αρκετή ευθύτητα αυτό που θεωρείς ασθένειά σου και παράθεσες περιστατικά από την ζωή σου με τρόπο οξυδερκή, ακόμη και διεισδυτικό, πράγμα που δεν συναντώ συχνά ανάμεσα στους ασθενείς μου. Όσο αφορά λοιπόν στο πρόβλημά σου, νομίζω πως βρίσκεσαι ήδη, από μόνος σου, προς την σωστή κατεύθυνση..».

Ακολούθησε μια μικρή παύση, κατά την οποία ένιωσα να με πλημμυρίζει μια σειρά περίεργων συναισθημάτων. Μέχρι εκείνη την στιγμή, που κυρίως μιλούσα εγώ κι εκείνος άκουγε, δεν ήξερα τι ακριβώς να υποθέσω, αλλά τώρα ήταν η πρώτη φορά που είχα από αυτόν μία θέση και μάλιστα θετική. Το περιεχόμενο της εξομολόγησής μου θα μου επιτρέψετε να το κρατήσω αυστηρά προσωπικό. Δεν θα ήθελα να αναφερθεί σε αυτό το γραπτό, σε αυτό το κομμάτι χαρτιού, που μπορεί, ανά πάσα στιγμή, να πέσει στα χέρια του καθενός. Νομίζω πως αυτό γίνεται κατανοητό – άλλωστε ακόμη και οι γιατροί, όταν πρόκειται για τέτοια ζητήματα, δεσμεύονται από το επαγγελματικό τους απόρρητο. Εντούτοις, θεωρώ το περιεχόμενο της εξομολόγησής μου στον δόκτορα Πιλαρή ιδιαίτερα εξεζητημένο, θα μπορούσα να πω ακόμη άκρως εντυπωσιακό στα περιστατικά που περιλάμβανε, αλλά και απεχθές για ανθρώπους ασυνήθιστους σε τέτοιες ξεχωριστές περιστάσεις. Κι όμως, ο γιατρός αυτός το δέχτηκε χωρίς ιδιαίτερες ενοχλήσεις, χωρίς καμία ενόχληση απ’ όσο μπορώ να ξέρω, και προσπάθησε να το ερμηνεύσει μάλιστα όσο πιο επιτυχημένα του επέτρεπε η καθιερωμένη επιστημονική του γνώση.

Με εξέπληξε ακόμη περισσότερο προτείνοντας μου ένα από τα πούρα του, το οποίο φυσικά αρνήθηκα διότι δεν συνηθίζω να καπνίζω, αλλά η κοντινή ματιά στην εντυπωσιακή του ταμπακέρα με επιβράβευσε και με το παραπάνω. Λοιπόν, χωρίς να χασομερήσει περισσότερο, συνέχισε τα σχόλιά του… 

[…]

Υπό πιο φυσιολογικές συνθήκες, χωρίς συναισθηματική εμπλοκή από την μεριά μου, όπως θα έλεγε και ο μακαρίτης σήμερα γιατρός – ω, και πραγματικά συγχωρείστε με για τις φορές που τον ανέφερα ως κύριο, όχι γιατί δεν αξιώνει αυτόν τον τίτλο αλλά επειδή έχω ακουστά πως δεν αποκαλούν πια έτσι τους αποθανόντες –, υπό άλλες συνθήκες λοιπόν, θα υποκλινόμουν μπροστά σε μια τέτοια βαθιά κατανόηση. Πραγματικά, η ερμηνεία του μακαρίτη ψυχιάτρου με άφησε άφωνο και με γέμισε με θαυμασμό την δεδομένη στιγμή προς το πρόσωπό του. Κατανοούσα βέβαια ακριβώς τα λόγια του, ήξερα για τι πράγμα μιλούσε, άλλωστε βρισκόμουν στον σωστό δρόμο προς αυτήν την κατεύθυνση, όπως είχε πει και ο ίδιος στην αρχή, και γι’ αυτό μπορούσα να τον εκτιμήσω ακόμη περισσότερο…

Ένιωσα θαυμασμό και δέος όχι μόνο για τα λόγια του, αλλά για όλα αυτά που υπονοούνταν πίσω από τα λόγια του, για όσα τα λόγια του αποκάλυπταν για τον ίδιο τον θεραπευτή μου, κι όλη εκείνη την ώρα που μιλούσε εγώ τον ένιωθα να μου κλείνει το μάτι εμπιστευτικά, συνωμοτικά θα μπορούσα να πω, με κατανόηση. Αυτός ο άνθρωπος μπορούσε να με καταλάβει. Να με νιώσει πραγματικά. Μπορούσε να φτάσει στα τρίσβαθα της ψυχής μου και να συζητήσει μαζί μου για όλα τα εκπληκτικά κι ανήκουστα που θα έβρισκε εκεί κάτω, βαθιά στα υπόγεια… Και τί ήταν αυτό που μου είχε πει ; ‘‘Ο Ηρακλής στο δίστρατο’’ ; Πολύ μου άρεσε αυτή η παρομοίωση, την ανέφερα πολύ συχνά στον εαυτό μου από τότε, μού την υπενθύμιζα συνεχώς, και προσπάθησα μάλιστα να την χρησιμοποιήσω στις ασχολίες μου ως έναν όμορφο τίτλο… Τέλος πάντων, θέλω να πω πως από τότε οι σχέσεις μου με τον μακαρίτη τον καθηγητή βελτιώθηκαν πολύ και αρχίσαμε πια να συνεργαζόμαστε μαζί και με ζήλο στις αναζητήσεις μας. Όπως αργότερα διαπίστωσα αυτό ήταν μέσα στους σκοπούς και του ίδιου του καθηγητή, καθώς, με όσα μου ανέφερε στην συνέχεια, ήταν φανερό πως με είχε συμπαθήσει και με προόριζε για κάτι πολύ περισσότερο από ασθενή του, με έβλεπε μάλλον σαν συνεργάτη…

………………….

( Το Πείραμα )
Θα ήθελα να σας ζητήσω να με συγχωρήσετε αν το γραπτό μου αυτό παρουσιάζει κάποιες δυσκολίες για εσάς, αν κάποια σημεία σας φαίνονται ασαφή ή ακόμη και δυσνόητα. Μην ξεχνάτε όμως την συναισθηματική κατάσταση στην οποία βρίσκομαι τώρα, με την αστυνομία να μπορεί ανά πάσα στιγμή να χτυπήσει την πόρτα μου και να με συλλάβει, να με οδηγήσει άδικα στην φυλακή για ένα έγκλημα του οποίου την ευθύνη δεν φέρω. Αυτό άλλωστε θα προσπαθήσω – και προσπαθώ ήδη – να σας εξηγήσω με το γραπτό μου, για αυτό αφήνω αυτήν την έγγραφη μαρτυρία, γιατί είναι άδικο και άσχημο, αν ρωτάτε εμένα, να σιωπήσει ο μοναδικός άνθρωπος που γνωρίζει και μπορεί να πει την αλήθεια.

Ξέχασα παραπάνω να σας αναφέρω πως στο γραφείο του ιατρού πήγαινα κάθε Παρασκευή, όπως και στην πρώτη μου επίσκεψη. Χτύπαγα το κουδούνι και μου άνοιγε η Κατερίνα, η υπηρέτρια. Δεν ξέρω αν γνωρίζετε γι’ αυτήν… Ήταν κοντούλα, γύρω στο 1.65, μελαχρινή με φουντωτά μαλλιά που τα έδενε και τα έπιανε κότσο, προφανώς για να περιορίσει, όσο μπορούσε, τον όγκο τους. Όποτε μου άνοιγε, τις έλεγα πως είχα ραντεβού με τον γιατρό κι εκείνη μου χαμογελούσε και με άφηνε να περάσω. Αν ο γιατρός δεν ήταν έτοιμος ακόμη – κάτι που γινόταν όμως σπάνια – περίμενα για λίγο στο σαλόνι, όπου είχα την ευκαιρία να την ξανασυναντήσω. Ξεσκόνιζε, καθάριζε το χαλί και έβαζε καινούριο νερό στα λουλούδια. Πρέπει να ήταν πολύ εργατική, όλα αυτά τα έκανε όχι με την ησυχία της αλλά με αφοσίωση και αμέσως, το ένα πίσω από το άλλο, πολλές φορές χωρίς να σηκώσει καθόλου το κεφάλι για να ξαποστάσει. Κι εκείνη με κοίταξε μία φορά, αλλά ευθύς αμέσως έστρεψε πάλι την ματιά της προς το πάτωμα και σοβάρεψε…

Μια μέρα, καθώς ανέβαινα στην σκάλα για να πάω στο γραφείο του γιατρού, άκουσα μια φωνή στον διάδρομο και, σταματημένος στο πρώτο σκαλοπάτι, είδα την κυρία Πιλαρή να με χαιρετά. Ανταπέδωσα τον χαιρετισμό και ζήτησα συγνώμη αν την ξύπνησα – όλες τις φορές στην αρχή πήγαινα πρωί στον γιατρό. «Όχι καθόλου», μου είπε και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. «Όταν τελειώσετε με τον γιατρό, αν θέλετε, κατεβείτε στο σαλόνι, να πιούμε καφέ και να τα πούμε λιγάκι. Είμαι λίγο κρυωμένη και έχω δύο μέρες να δω άνθρωπο». Ομολογώ πως χάρηκα ιδιαίτερα από την πρόσκληση αυτή που δεν την ανέμενα καθόλου. Ώστε λοιπόν, εκτός από τον καθηγητή, και η γυναίκα του με είχε συμπαθήσει καταπώς φαίνεται και ευχαριστιόταν την παρέα μου. Πώς μπορούσα να αρνηθώ ; Συμφώνησα ενθουσιασμένος κι εκείνη γλίστρησε πάλι στο δωμάτιό της.

Όμως η μέρα έκρυβε μια έκπληξη ακόμη. Ο δόκτωρ Πιλαρή μου επιφύλασσε ένα πείραμα, όπως το ονόμασε, για αυτήν την συνεδρία μας. «Χαρίλαε», μου είπε μόλις κάθισα στην καρέκλα μου, «θέλω να μου κάνεις έναν υπολογισμό. Είσαι έξυπνος άνθρωπος και κόβει το μυαλό σου. Μπορείς λοιπόν να με βοηθήσεις ; Πόσο κάνει 354 επί 236 ;»

Έμεινα να τον κοιτάζω για μερικές στιγμές. Ρώτησα αν η πράξη αυτή αποσκοπεί σε κάτι πρακτικό ή αν οι αριθμοί ήταν τυχαίοι. Μου είπε πως αποσκοπεί φυσικά να μου καταδείξει κάτι, αλλά η συγκεκριμένη δεν είχε κανένα άλλο πρακτικό λόγο. «Μπορείς να υπολογίσεις όποιον ανάλογο πολλαπλασιασμό θες», απάντησε ο καθηγητής, «αρκεί να μην είναι πολύ απλοϊκός». Έτσι έμεινα σκεπτικός, βουλιάζοντας στην καρέκλα μου. Τί ήταν πάλι αυτό και σε τί εξυπηρετούσε ; «Ξέρεις να κάνεις πολλαπλασιασμό, έτσι δεν είναι ;». Έγνεψα καταφατικά. «Ωραία λοιπόν, περιμένω το αποτέλεσμα». Μερικά λεπτά κράτησε η αγωνία μου κι έπειτα, σηκώνοντας τους ώμους, παραιτήθηκα. Ήταν πρωί, το βράδυ είχα ανήσυχο ύπνο κι ακόμη και το ποτήρι με το δροσερό νερό δεν φάνηκε να είχε αποτέλεσμα. Τί να κάνω ; Αν ήταν κάτι πιο απλό…

«Γιατί ζητάς κάτι πιο απλό ;», ρώτησε ο καθηγητής και με κοίταξε αυστηρά, ευθύς όμως μαλάκωσε,  «μήπως αν χρησιμοποιούσες κάποιο από τα χαρτιά και μία πένα από το γραφείο μου θα τα κατάφερνες καλύτερα, ε ; Τί λες ;». Δέχτηκα ανακουφισμένος. «Φυσικά και θα τα κατάφερνα» απάντησα. Ο γιατρός άπλωσε το χέρι του και μου έδωσε μία λευκή κόλλα από το γραφείο του. «Διάλεξε όποια πένα θέλεις», μου είπε. Πήρα την κόλλα το χαρτί, διάλεξα μία πένα και καταπιάστηκα με τον πολλαπλασιασμό. Έπειτα παρέδωσα ξανά το χαρτί στον γιατρό με το αποτέλεσμα : «83544». 

«Αναρωτιέμαι αν καταλαβαίνεις, Χαρίλαε, που θέλω να καταλήξω με όλο αυτό ;» είπε στην συνέχεια ο μακαρίτης γιατρός και ακούμπησε το χαρτί στην άκρη του γραφείου.

«Προφανώς έχει να κάνει με το ότι δεν μπορούσα να υπολογίσω το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού στην αρχή», αποκρίθηκα απορημένος. Και ο γιατρός μού χαμογέλασε ξανά.

Θέλω να με πιστέψετε πως δεν τα αναφέρω όλα αυτά από κάποια κενόδοξη φλυαρία, ούτε βέβαια για να κολακέψω τον εαυτό μου, ούτε προσπαθώ – τόσο μάταια πια – να κερδίσω λίγο περισσότερο από τον ελάχιστο χρόνο που μου έχει απομείνει. Απλώς θεωρώ όλη την συνεργασία μου με τον δόκτορα Πιλαρή πολύ σημαντική για να φωτίσει πλήρως τα γεγονότα, να παρουσιάσει τον χαρακτήρα και τις μεθόδους – δηλαδή τον τρόπο σκέψης – του γιατρού καθώς και την δική μου ψυχοσύνθεση.

Ομολογώ πως δεν οδηγήθηκα στον γιατρό τελείως απροετοίμαστος. Αντιθέτως, τους τελευταίους μήνες είχα μελετήσει μόνος μου ψυχολογία, κοινωνιολογία και όσα μπόρεσα να βρω για την επιστήμη της συμπεριφοράς, ώστε, επισκεπτόμενος τον δόκτορα Πιλαρή, να είμαι αρκετά ψυλλιασμένος για όλα αυτά, κάτι που πιστεύω πως ο καθηγητής έπιασε και ίσως γι’ αυτό με συμπάθησε τόσο. Ο γιατρός ήταν από εκείνους που αγαπούν την δουλειά τους και αφιερώνουν σε αυτήν το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους. Αλλά κι εμένα, η αγάπη για μάθηση με χαρακτήριζε πάντα. Και αυτό φαίνεται πως ο καθηγητής το κατάλαβε, γιατί αργότερα αυτή ακριβώς η τάση μου για γνώση έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην μεταξύ μας σχέση...

«Ακριβώς, Χαρίλαε», είπε ο γιατρός, με φανερή μία δόση ενθουσιασμού στα λόγια του, «πριν δεν μπορούσες να βρεις το αποτέλεσμα, παρόλο που, φαινομενικά, είχες όλα τα προσόντα για να το κάνεις. Μόνο όταν έπιασες την πένα και το χαρτί στα χέρια σου, μπόρεσες να οργανώσεις τα περιεχόμενα του νου σου και να δώσεις το αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα του πολλαπλασιασμού, μία καθαρά νοητική διαδικασία, έπρεπε να περάσει μέσα από την ύλη για να έρθει στο φως».

Δεν ήξερα τι να πω. Προφανώς ο καθηγητής είχε δίκιο. Κι όπως μου εξήγησε αμέσως μετά, το ίδιο συνέβαινε με πολλά ζητήματα του κόσμου μας, στην ουσία με όλα τα ζητήματα του κόσμου μας, από τα πιο μικρά μέχρι τα πιο σπουδαία. Για όλα χρειάζονταν αυτό το μοίρασμα της δράσης μας. Η καλλιέργεια του νου και του πνεύματός μας ήταν σημαντική, για μερικούς ανθρώπους πιο σημαντική από οτιδήποτε άλλο, αλλά ταυτόχρονα, κυρίως για αυτούς τους ανθρώπους, η άγνοια της υλικής πραγματικότητας και των συνθηκών του κόσμου μας ορθωνόταν σαν ανυπέρβλητο εμπόδιο μπροστά στα σχέδιά τους. Ακόμη και τα μεγαλύτερα πνευματικά επιτεύγματα, τόνισε ο γιατρός, χρειάζονται και τον κόσμο της ύλης για να μπορέσουν να φανερωθούν. Στην πραγματικότητα, κι αυτό πιστεύω σήμερα και εγώ, χρειάζεται μία αγαστή συνεργασία αυτών των δύο αλληλέγγυων κόσμων, στους οποίους έχουμε το προνόμιο, ή την κατάρα, να μετέχουμε εξίσου... 

Εκείνη την ημέρα άφησα το γραφείο του γιατρού ζαλισμένος, παραπατώντας νευρικά στην σκάλα και πιάνοντας τις δύο πλευρές του τοίχου, για να κατέβω με ασφάλεια. Μέσα στην ζάλη μου,  μπόρεσα να περάσω κατά μήκος του σκοτεινού διαδρόμου και στο κεφαλόσκαλο της μεγάλης σκάλας θυμήθηκα το ραντεβού που είχα με την κυρία Πιλαρή. Σταμάτησα λίγο να συνεφέρω τον εαυτό μου. Ο γιατρός είχε μείνει στο γραφείο του για να μελετήσει. Κάτι που συνήθιζε, απ’ ότι είχα καταλάβει. Έστρωσα με μερικές γρήγορες κινήσεις τα ρούχα μου, πέρασα το χέρι μου βιαστικά πάνω από τα μαλλιά μου και, κατεβαίνοντας την σκάλα, έριξα μια πεταχτή ματιά στον οβάλ καθρέπτη που υπήρχε στον τοίχο, πλάι μου. Και μέσα από έναν ακόμη καθρέπτη, από τους πολλούς που διέθετε η έπαυλη, μπόρεσα να διακρίνω στο μισόφωτο την κυρία Πιλαρή να κάθεται στον καναπέ του πρώτου σαλονιού. Καθόταν με το πρόσωπο στραμμένο προς την πόρτα που οδηγούσε στην αυλή και παρατηρούσε, μέσα από το φωτεινό παράθυρο, τους καινούριους ανθούς μιας μπουκαμβίλιας. Καθώς την πλησίασα, ξερόβηξα για να κάνω αισθητή την παρουσία μου. Κι εκείνη ανασηκώθηκε και με κοίταξε τρομαγμένη για μια στιγμή.

« Συγνώμη, αν σας τρόμαξα », είπα απολογητικά και πλησίασα στον καναπέ. 

………………….

( Στην Αίθουσα Αναμονής )
Το καθημερινό μου πρόγραμμα εκείνη την περίοδο καθοριζόταν αποκλειστικά από τις επισκέψεις μου στον γιατρό. Μόλις σηκωνόμουν το πρωί από το κρεβάτι, έπινα βιαστικά ένα φλιτζάνι καφέ και βρισκόμουν αμέσως στον δρόμο, κατευθυνόμενος προς την στάση του λεωφορείου. Η διάθεσή μου ήταν φανερά βελτιωμένη. Η δροσιά του πρωινού, το αεράκι που φυσούσε ανάμεσα στα φύλλα των δένδρων στο πλάι του δρόμου και τα πρόσωπα των περιπατητών, είτε είχαν καθυστερήσει για την δουλειά τους, είτε βάδιζαν αργά χασομερώντας, ασκούσαν πάνω μου μία ανανεωτική επίδραση, τέτοια που, αν δεν προσπαθούσα να συγκρατήσω τον εαυτό μου, θα με έπιαναν τα γέλια και θα έφτανα στο σπίτι του γιατρού χοροπηδώντας πότε στο κράσπεδο του πεζοδρομίου και πότε στον δρόμο. Τόσο καλά αισθανόμουν με κάθε νέα μου επίσκεψη σε εκείνο το πολυτελές μέγαρο, όπου θα μου άνοιγαν την πόρτα με χαμόγελο, θα με έβαζαν να κάτσω σε περίοπτη θέση απέναντί τους και, τελικά, θα με συμβούλευαν με καλοσύνη ή – τι πιο απροσδόκητο ! – θα ζητούσαν την δική μου συμβουλή σε κάτι.

Το μόνο που μετρίαζε κάπως αυτήν μου την διάθεση ήταν η συνάντησή μου με τους άλλους ασθενείς του γιατρού. Γιατί, όπως σύντομα διαπίστωσα, δεν ήμουν ο μοναδικός που επισκεπτόταν τον γιατρό στο προσωπικό του γραφείο, αλλά υπήρχε και μία συγκεκριμένη ομάδα ασθενών, γνώριμων προφανώς από παλιά, που ανά τακτά διαστήματα έρχονταν στον γιατρό και τότε, όλοι μαζί, στον μικρό χώρο αναμονής που υπήρχε για αυτόν τον σκοπό, καθόμασταν αναπαυτικά και περιμέναμε αντικριστά στους δύο μεγάλους κόκκινους καναπέδες και στα άλλα καθίσματα που υπήρχαν.

Άφού τους ξαναείδα δυο και τρεις φορές, χώρισα τους ασθενείς αυτούς σε δύο ομάδες. Εκείνους που ήταν ευπρεπείς και σοβαροί, που περίμεναν υπομονετικά την σειρά τους χωρίς να ενοχλούν τους διπλανούς τους, κι είτε είχαν καρφωμένο το βλέμμα σ’ ένα συγκεκριμένο σημείο και τον νου τους να πετάει αλλού, είτε ξεφύλλιζαν ένα περιοδικό, από τα πολλά που απλώνονταν πάνω στο τραπεζάκι, βαθιά προσηλωμένοι στις σελίδες του. Υπήρχαν όμως κι εκείνοι, της δεύτερης ομάδας, που ήταν φανερά εκκεντρικοί, που η εμφάνισή τους πρόδιδε αμέσως την πάθηση που κουβαλούσαν και η παρουσία τους μόνο απαρατήρητη δεν μπορούσε να περάσει. Τους πρώτους ομολογώ πως τους ντρεπόμουν λιγάκι, περιοριζόμουν στο να τους παρατηρώ σιωπηλός κι όποτε τύχαινε να συναντηθούν οι ματιές μας έστρεφα αλλού το βλέμμα. Τους δεύτερους, όμως, είτε τους έκανα πραγματικά χάζι διασκεδάζοντας μαζί τους, είτε τους αποστρεφόμουν και φρόντιζα να κάθομαι όσο γινόταν μακριά τους. 

Παρατηρώντας τους, έφτιαχνα με τον νου μου μια ολόκληρη πινακοθήκη από τύπους περίεργους. Κι έφτανα στο σημείο, αν κάποιος έκανε μεγάλο διάστημα να παρουσιαστεί, να μου λείπει, και όσο αργούσε να έρθει τον αναζητούσα στην μνήμη μου και προσπαθούσα να ανακαλέσω την μορφή του. Παρόλο που οι άνθρωποι αυτοί – όσο αλλόκοτοι κι αν ήταν, ό,τι ασθένειες κι αν κουβαλούσαν – δεν σχετίζονται άμεσα με την τραγική ιστορία του γιατρού, ούτε με την ακόμη τραγικότερη κατάληξη του θανάτου του, πιστεύω πως έχει μια σημασία να τους αναφέρω εδώ, μιας και αφορούν στην επαγγελματική καθημερινότητα του μακαρίτη καθηγητή και ίσως – εγώ τουλάχιστον είμαι σίγουρος για αυτό – να επηρέαζαν με διάφορους τρόπους την ψυχοσύνθεσή του. Αλλά ακόμη κι έτσι να μην είναι, μπαίνω στον πειρασμό να καταγράψω την περίπτωσή τους για δική μου ευχαρίστηση. Πόσος χρόνος ακόμη μου απομένει ; Ποιός μπορεί να με διαβεβαιώσει πως δεν είναι αυτά τα τελευταία λόγια που αφήνω πίσω μου προτού με βρει το αναπόφευκτο τέλος ; Όπως και να ’χει, αυτή είναι η τελική μου αναφορά, ας την ευχαριστηθώ τουλάχιστον…

Ήταν κάποιος που έφερε πάντα μαζί του έναν μεγάλο χαρτοφύλακα. Κουστουμα-ρισμένος, με γαλάζια ή πορτοκαλιά γραβάτα και παπούτσια καλογυαλισμένα, είχε τον αέρα στελέχους πολυεθνικής. Μόλις καθόταν στον καναπέ, άνοιγε τον χαρτοφύλακά του και ανέσυρε, ανάμεσα από άλλα χαρτιά, ένα περιοδικό με εξωτικό εξώφυλλο και περιεχόμενο προφανώς ταξιδιωτικού χαρακτήρα. Στην συνέχεια, άφηνε τον χαρτοφύλακα στην άκρη της θέσης που καθόταν και για την υπόλοιπη ώρα της αναμονής του βυθιζόταν στην ανάγνωση. Τον κοιτούσα κι εγώ σιωπηλός – προσέχοντας μόνο να μην καρφώνομε κάθε φορά που σήκωνε το βλέμμα – και προσπαθούσα να καταλάβω τι σόι άνθρωπος είναι. Φαινόταν μορφωμένος, έξυπνος, άνθρωπος με αυτοπεποίθηση, αλλά τότε τί γύρευε εδώ ; Προφανώς συνήθιζε να ταξιδεύει, μάλλον στο εξωτερικό, και μερικές φορές που ερχόταν φουριόζος, ο γιατρός, παρακάμπτοντας την σειρά των ασθενών, ζητούσε από όλους συγνώμη – ακόμη κι από εμένα – και τον καλούσε πρώτο να περάσει στο γραφείο του. Αυτή η ευνοϊκή μεταχείριση ξεσήκωνε ένα σιγανό μουρμουρητό, αλλά ο περιποιημένος άντρας σηκωνόταν αποφασιστικά και μας προσπερνούσε χωρίς να κοιτάξει γύρω του. Εκείνες τις στιγμές αναρωτιόμουν αν ήταν υπερόπτης ή βαθιά βυθισμένος σε σκέψεις δικές του.

Κάποιος άλλος έμοιαζε με μεγαλόσωμο παιδί. Το κεφάλι του ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση με το σώμα, τα μάτια του πεταχτά προς τα έξω, η μύτη πλακουτσωτή και το κάτω χείλος προτεταμένο και σαλιωμένο, έτσι που σου έδινε την εντύπωση πως ανέπνεε μονίμως από το στόμα. Τα μαλλιά του, όποτε ήταν ξεσκούφωτος, φαίνονταν πυκνά από πίσω και προς τα μπρος ν’ αραιώνουν, με μερικές τούφες να πετάγονται εδώ κι εκεί. Κατά τ’ άλλα, όμως, η συμπεριφορά του ήταν αυτή ενός φυσιολογικού ανθρώπου και αν τον κοιτούσες με προσοχή στο πρόσωπο θα καταλάβαινες αμέσως την ηλικία του, είχε πατήσει πια τα τριάντα. Μερικές φορές ερχόταν αγκαλιά με το όργανο που του εξασφάλιζε τον βιοπορισμό του : έπαιζε βιολί σ’ ένα νυχτερινό κέντρο. Αν κάποιος τον κοιτούσε, έπαιρνε αμέσως θάρρος και τον πλησίαζε. «Θέλετε να σας παίξω κάτι, αγαπητέ κύριε ;» ρωτούσε με εκείνο το αφελές ύφος του, κι ο άλλος δεν μπορούσε ν’ αρνηθεί. Του ζητούσε τότε να παίξει κάποιο γνωστό λαϊκό άσμα ή τον ύμνο μιας ποδοσφαιρικής ομάδας κι ο γιγαντόσωμος μπέμπης ξεκινούσε. Άλλες φορές πάλι έπαιρνε μόνος του την πρωτοβουλία, κι εκεί που στεκόταν σιωπηλός σήκωνε τα χέρια, κρατούσε γερά το κοντάρι και αρχινούσε να γρατζουνά το βιολί του. Μέσα στην ησυχία της σάλας, που την διαπερνούσε μοναχά το χλιαρό φως του πρωινού ή το πιο δυνατό τ’ απομεσήμερου, ακουγόταν η γλυκιά μουσική του οργάνου, μια απαλή υπόκρουση στις χαμένες σκέψεις μας, στους μακρινούς λογισμούς μας, και κανείς δεν τολμούσε να διαμαρτυρηθεί.

Λόγω της συμπαθητικής του εμφάνισης και της πνευματώδους ακτινοβολίας του ευγενικού του οργάνου, είχαμε αναπτύξει μια μεγαλύτερη οικειότητα. Του χαμογελούσα πάντοτε όποτε έπαιζε και μου χαμογελούσε κι αυτός με την σειρά του και μου ανταπόδιδε το βλέμμα. Έμοιαζε τότε με τους νάνους των παραμυθιών, εκείνους που ζουν μες το δάσος και είναι προικισμένοι με μαγικές ιδιότητες. Μόλις τελείωνε το βιολί του, έβγαζε μια βαθιά ανάσα και με πλησίαζε. «Πώς είσαι σήμερα, Χαρίλαε ;» με ρωτούσε συχνά και ξεκινούσε την κουβέντα…. Σκέφτομαι τώρα πως έτσι όπως ήρθαν τα πράγματα και δεδομένης της απουσίας του καθηγητή, είναι το μοναδικό άτομο που στεναχωριέμαι γιατί δεν θα ξανανταμώσω πια. Κι αναρωτιέμαι τί θα σκέφτεται άραγε για μένα με όλες αυτές τις φήμες που κυκλοφορούν, αλλά με παρηγορεί κάπως η σκέψη πως ελάχιστα θα πιστεύει σε όλα αυτά. Κι από την άλλη, σκέφτομαι πως είναι το μόνο άτομο που μπορεί να σας δώσει μια ασφαλή περιγραφή για μένα. Βρείτε τον, αν θέλετε, και ρωτήστε τον…

Η συντροφιά μας δεν αποτελούνταν μόνο από φιλήσυχους και εκλεπτυσμένους. Έπειτα ερχόταν ένας τύπος άγριος, που απέφευγα να κάθομαι κοντά του, αλλά κι εκείνος ελάχιστα καθόταν, προτιμούσε να γυροφέρνει από τον ένα τοίχο στον άλλον, κοιτάζοντας ύποπτα γύρω και παραμιλώντας. Πάντα φορούσε το ίδιο φαρδύ παντελόνι, ξεχειλωμένο στα γόνατα και λερωμένο στα μπατζάκια, και το ίδιο τριμμένο πανωφόρι. Το ότι μιλούσε μόνος του ήταν το κύριο χαρακτηριστικό του, αλλά είτε επειδή όσα έλεγε μπουρδουκλωμένα και λειψά τα έλεγε, είτε επειδή στην πραγματικότητα σιγομουρμούριζε ακαταπαύστως, σχεδόν τίποτα δεν μπορούσα να καταλάβω. Ο γιατρός, όταν άνοιγε την πόρτα του, αντί να φωνάξει το όνομά του, όπως έκανε σε όλους τους άλλους, ερχόταν ο ίδιος έξω και, πιάνοντας τον από τους ώμους, ήρεμα τον καλούσε να περάσει. Ο φουκαράς τα είχε προφανώς χαμένα και οι στιγμές της διαύγειάς του, οπότε και καθόταν στον καναπέ, ήταν ελάχιστες. Αυτός θα μπορούσε να είναι ο πιο δυστυχής απ’ όσους συνάντησα στο γραφείο του γιατρού αν δεν είχα γνωρίσει τον μεσόκοπο επιχειρηματία…

Ήταν η τυπική περίπτωση ανθρώπου αυτοδημιούργητου, που είχε καταφέρει να φτιάξει μια τεράστια επιχείρηση και τα τελευταία χρόνια είχε πετύχει να την οργανώσει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην χρειάζεται πια να εργάζεται. Μέχρι τότε ζούσε αποκλειστικά για την δουλειά του, συγκεντρώνοντας σε αυτήν όλη του την ενεργητικότητα, εκείνη την απίστευτη ένταση και μονόπλευρη επιμονή των επιτυχημένων επιχειρηματιών του είδους του. Εν ολίγοις, σύμφωνα με τις δικές του δηλώσεις, ζούσε για να εργάζεται και για να βγάζει λεφτά. 

Τελικά, αφού θεώρησε ότι μια χαρά τα είχε καταφέρει στο κυνήγι του χρήματος, αγόρασε ένα πανέμορφο σπιτικό, που καταλάμβανε έκταση μιας ολόκληρης πλαγιάς, σκοπεύοντας  εκεί να περάσει το υπόλοιπο του βίου του απολαμβάνοντας τα αγαθά του. Οι απολαύσεις του περιλάμβαναν, μεταξύ άλλων, πολυτελή αυτοκίνητα, γαλαζοαίματα άλογα, παιχνίδια γκολφ και τένις με ευχάριστους τύπους του κύκλου του και πάρτι που προορίζονταν να αφήσουν εποχή με την γκλαμουριά και την γενναιοδωρία τους. Κι όμως, φάνηκε τελικά ο δυστυχής πως υπολόγιζε χωρίς τον νοικοκύρη. Γιατί, απ’ όσα μου διηγήθηκε έπειτα ο ίδιος, μερικές εβδομάδες αφότου ξεκίνησε την καινούρια του ζωή, μια ζωή ξεκούρασης και καλοπέρασης, άρχισε ξαφνικά να υποφέρει από κάποιες παράξενες ενοχλήσεις στο σώμα και στην διάθεσή του, με αποτέλεσμα, μέσα σε λίγο καιρό, να καταντήσει να μην τον ενδιαφέρει πλέον τίποτα, καθώς βυθιζόταν ολοένα και περισσότερο σε μια κατάσταση ακραίου υποχονδριασμού και μελαγχολίας. Ενώ πριν, που εργαζόταν πυρετωδώς στις επιχειρήσεις του, ήταν άφθονες οι σωματικές του δυνάμεις και ασυνήθιστη η ενέργειά του, τώρα που είχε έρθει η εποχή της διασκέδασης ο ίδιος κατέρρεε και έμοιαζε περισσότερο με ένα δύστροφο παιδί. Έχοντας διεισδύσει για τα καλά στον φαύλο κύκλο ενός δαιδαλώδους λαβυρίνθου, αποφάσισε τελικά να προσφύγει σε κάτι που ποτέ πριν δεν είχε ξαναδοκιμάσει: να ζητήσει την βοήθεια και την γνώμη ενός άλλου ανθρώπου.

Παρόλο που συχνά καθόμασταν δίπλα-δίπλα και ανταλλάσσαμε κουβέντες, καθώς φαίνεται πως του έδινα την εντύπωση προσιτού και έμπιστου ανθρώπου και ταυτόχρονα όχι ολότελα τρελού σε σχέση με τους άλλους, δεν μπορώ να γνωρίζω τι συμβουλές του έδινε ο γιατρός, με ποιο τρόπο προσέγγιζε την, ομολογουμένως ιδιάζουσα, περίπτωσή του. Μπορώ, όμως, να βεβαιώσω για την κλιμακούμενη βελτίωση που παρουσίαζε καθώς, όσο περνούσε ο καιρός, το άγχος και η δυστοκία του υποχωρούσαν, η αλλοπρόσαλλη ένταση που διακρινόταν στο βλέμμα και στις νευρικές του κινήσεις έσβηνε και επανερχόταν, αργά μεν αλλά σταθερά, στους ρυθμούς του παλιού εαυτού του. Στο τέλος, μου εξομολογήθηκε πως κατέβαλε προσπάθεια να επανέλθει στις επιχειρήσεις του και, χωρίς να γνωρίζει ξανά την ανάλογη επιτυχία, είχε καταφέρει τουλάχιστον να επιτύχει την παλιά του ηρεμία.

Η περίπτωσή του, του επιτυχημένου επιχειρηματία που γνώρισε τον τρόμο, με έβαζε σε σκέψεις και με γέμιζε μ’ ένα σωρό ανησυχίες. Πόσο πολύπλοκη ήταν λοιπόν η μοίρα του ανθρώπου ; Πόσο αληθινά ελεύθεροι είμαστε να επιλέξουμε την ζωή και τους ρυθμούς που επιθυμούμε ; Και ακόμη, πόσα πράγματα βρίσκονται κρυμμένα μέσα μας, τι ανομολόγητες δυνάμεις, πόσους πολλούς εαυτούς κουβαλά ο καθένας ! Αυτές ήταν οι σκέψεις που με βασάνιζαν κατά την διάρκεια της αναμονής μου έξω από το γραφείο του καθηγητή και δεν έβρισκα παρά ελάχιστες απαντήσεις και παρηγοριόμουν μόνο από την γλυκιά μελωδία που ξεδίπλωνε το βιολί του μικρομέγαλου συνδαιτυμόνα…

© Δημήτρης Αργασταράς.
 
Ο Μυστικισμός των Συναντήσεων
Σουρεαλιστικές περιπλανήσεις μέσα στην πόλη
(Ιστορίες από την χαμένη επανάσταση των Υπερρεαλιστών)
 
Συνήθως η αντίληψη που έχουμε για την ζωή στην πόλη είναι αυτή του θορυβώδους χάους, της αγχωτικής αγωνίας, της ενοχλητικής συμφόρησης και του ανταγωνισμού. Έτσι θεωρούμε ότι το καθημερινό κυνήγι της επιβίωσης και της επιβεβαίωσης αφήνει μικρά περιθώρια για οποιαδήποτε άλλη σχέση, τόσο με τον εαυτό μας όσο και με τους άλλους. Και όμως, όπως θα δούμε σε αυτό το άρθρο, η περιπατητική περιπλάνηση, η πνευματική πλοήγηση, ο μυστικισμός των συναντήσεων, ένα φανταστικό παιχνίδι αλληλεπίδρασης μεταξύ εσωτερικού και εξωτερικού κόσμου, όχι μόνο είναι κάτι δυνατό αλλά μπορεί και εύκολα να ενεργοποιηθεί μέσα σε μία μεγαλούπολη...

 
Αναζητώντας την Υπερ-πραγματικότητα
 
Στο Παρίσι του 1924 ο Αντρέ Μπρετόν δημοσίευσε το ‘‘Μανιφέστο του Σουρεαλισμού’’ και γρήγορα συγκέντρωσε γύρω του πολλούς καλλιτέχνες, οι οποίοι επίσης ασπάζονταν την ιδέα ότι ο εσωτερικός κόσμος του ανθρώπου μπορούσε να εξερευνηθεί μέσω της τέχνης και ότι οι ασυνείδητες δυνάμεις έπρεπε να παίζουν κεντρικό ρόλο στην δημιουργική εργασία. Αυτό που ήθελαν να κάνουν ο Μπρετόν και οι φίλοι του ήταν να κλονίσουν κάθε βεβαιότητα και να σαρώσουν τις καθιερωμένες αξίες. Ήθελαν πάση θυσία να προβάλουν το παράλογο, για να δείξουν σε ανθρώπους ικανοποιημένους με τον εαυτό τους πως δεν αξίζει να παίρνουν τίποτα ως δεδομένο και πως τα συστήματα που διασφαλίζουν την σιγουριά τους υπάρχουν μόνο για να στηλιτεύονται.
 
Έτσι, ο σουρεαλισμός αντιτίθεντο στην ρεαλιστική στάση που έδινε σημασία μόνο σε όσα πράγματα είναι χρήσιμα ή όσα έχουν κάποιο νόημα ‘‘λογικό’’, και τοποθετούσε πάνω από όλα δύο αξίες : την φαντασία και την ελευθερία. Χάρη στον σουρεαλισμό, η μαραμένη φαντασία του ενήλικα θα μπορούσε να ξανανθίσει, να ξαναβρεί το χαμένο της νόημα, να αποκτήσει τα μέσα που θα της επέτρεπαν να ξεπεράσει μια άχρωμη ζωή. Ωστόσο, αυτό δεν σήμαινε την εξ’ ολοκλήρου άρνηση της πραγματικότητας και την φυγή σε ένα φανταστικό όραμα, αλλά την διεύρυνση του πραγματικού κόσμου με την εισαγωγή σε αυτόν της έννοιας του θαυμαστού.
 
«Η πραγματικότητα, όταν την κοιτάς με υπερβολική προσοχή, παρακινεί τις δυνάμεις της φαντασίας και διαλύεται μέσα τους», έγραφε ο Μπρετόν. «Η εσωτερική και η εξωτερική πραγματικότητα βρίσκονται σε αντίθεση στην σύγχρονη κοινωνία, και σε αυτή την αντίθεση βλέπουμε τα αίτια της δυστυχίας του ανθρώπου. Εμείς καλούμαστε να μην δεχτούμε το προβάδισμα καμιάς, αλλά να αλληλεπιδράσουμε και στην μία και στην άλλη. Να αντιληφθούμε το παιχνίδι της αμοιβαίας έλξης και αλληλοδιείσδυσής τους, και να δώσουμε σε αυτό το παιχνίδι όλη την επιθυμητή του έκταση, ώστε οι δύο πραγματικότητες να έρθουν σε επαφή και να συγχωνευτούν. Θα εξακολουθήσουμε τις εξερευνήσεις μας κρατώντας όλα τα παράθυρα ανοιχτά στον εξωτερικό κόσμο...»
 
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι σουρεαλιστές έκαναν μια εκπληκτική ανακάλυψη : ότι μπορούσαν να περιπλανηθούν μέσα στην πόλη με τρόπο πνευματικό, συγχωνεύοντας τους δύο κόσμους, τον μέσα και τον έξω, πετυχαίνοντας μια ατμοσφαιρική εξερεύνηση των ‘‘ενδιάμεσων’’ χώρων της μεγαλούπολης. Ο Μπρετόν ανακαλύπτει την ηδονή της άσκοπης περιπλάνησης μέσα στους δρόμους. Προσέχει τις ταμπέλες, τις αφίσες, τα ασυνήθιστα αντικείμενα στις βιτρίνες, ώσπου μια μέρα γοητεύεται από μια ωραία άγνωστη, που τον πλησιάζει και του ζητά να την συνοδεύσει σε ένα κοντινό κατάστημα. Μετά από αυτό, ο Μπρετόν τοποθετεί στην υψηλότερη βαθμίδα του μυστικισμού των περιπλανήσεων την συνάντηση των ανθρώπων – αυτό ήταν κάτι που δικαιολογούσε όλες τις προσδοκίες, που προκαλούσε όλες τις συγκινήσεις, και οδηγούσε στην υπέρβαση του εαυτού σε όλους τους τομείς.
 

Οι Κλειδοκράτορες
 
Μια μέρα, κατά την περιπλάνησή τους μέσα στα τοπία της πόλης, ο Αραγκόν και ο Μπρετόν θα συναντήσουν μια περίεργη νέα γυναίκα, που φαινόταν ιδιαίτερα ανήσυχη και που κάθε στιγμή κοίταζε πίσω της, αν και κανείς δεν την ακολουθούσε. Καθώς την παρατηρούσαν, αναρωτήθηκαν τί μπορεί να της είχε συμβεί. Να ήταν υπό την επήρεια ναρκωτικών ; Να είχε πάθει κάποια μεγάλη συμφορά ; Όταν σε ένα καφενείο πιο κάτω συνάντησαν τον Αντρέ Ντεραίν και του περιέγραψαν την αινιγματική ηρωίδα τους, εκείνος φώναξε ξαφνιασμένος πως την είχε προσέξει επίσης. Την είχε δει να σταματά στον δρόμο διάφορους περαστικούς και να τους πιάνει κουβέντα. Οπότε, θέλοντας να λύσουν το αίνιγμα, ο Μπρετόν και ο Αραγκόν έψαξαν πάλι όλη την συνοικία αλλά χωρίς να μπορέσουν να την ξαναβρούν. Μετά από αυτή την περίεργη περιπέτεια, άρχισαν να αναρωτιούνται τί θα μπορούσε να σήμαινε αυτή η συνάντηση για τους ίδιους. Θα μπορούσε άραγε να συνιστά μια ερώτηση προς τους εαυτούς τους, που ξεκινούσε από ένα αβέβαιο πρόσωπο ; Αυτό που έγινε με τρόπο φευγαλέο, μήπως έκρυβε κάτι για αυτούς κατά βάθος ;
 
Την ίδια εποχή, μαζί με την εκπληκτική ανακάλυψη ότι όταν περιπλανιέσαι μέσα στην πόλη, χωρίς συγκεκριμένο σκοπό, βρισκόμενος από την αρχή υπό την επήρεια του αυθόρμητου και του απρόβλεπτου, μπορεί να πέσεις πάνω σε χαρακτηριστικές ή ακόμη και ‘‘ιδανικές’’ συναντήσεις, ο Μπρετόν καταλαμβάνεται από μια αινιγματική φαντασίωση. Στα όνειρά του βλέπει να ξεπηδούν κάποιες συγκεκριμένες μορφές, που ονομάζει ‘‘κλειδοκράτορες’’, οι οποίες κινούνται στο ‘‘θέατρο του νου’’, σαν τους ηθοποιούς μιας φαντασμαγορικής επιθεώρησης.
 
Ο Μπρετόν αρχίζει να συλλογίζεται ότι στην αναζήτηση του πνεύματος, όπου κάθε πόρτα που καταφέρνεις να ανοίξεις οδηγεί σε μια άλλη που και αυτήν πρέπει να προσπαθήσεις να την ανοίξεις, είναι φανερό ότι χρειάζεται να έχεις όσα περισσότερα κλειδιά μπορείς. Δεν ωφελεί όμως να ψάχνεις μόνο για τα κλειδιά, πρέπει να ψάχνεις και για αυτούς που τα κατέχουν, ακόμη και χωρίς να το ξέρουν. Αυτά τα πρόσωπα τα ονομάζει ‘‘κλειδοκράτορες’’. Για να ανακαλύψει αυτούς τους ‘‘κλειδοκράτορες’’ κανείς πρέπει να μπει στον κόπο να εξετάσει όλα τα σημεία του ορίζοντα, να είναι όσο πιο διαθέσιμος γίνεται, και να μην φοβάται να  εκτεθεί σε όλες τις αποτυχίες και τις συναισθηματικές απογοητεύσεις.
 
Έτσι, ο Μπρετόν χαρακτηρίζει τον εαυτό του ‘‘το κλειδί των αγρών’’ και πιστεύει ότι κάπου υπάρχει το γενικό αντικλείδι, ο «υπέροχος διαβάτης, ο μέγας κλειδούχος της σύγχρονης ζωής». Λίγο καιρό αργότερα θα συναντήσει έναν εκκεντρικό νεαρό, τον Ζακ Βασέ, και στο πρόσωπό του θα αναγνωρίσει τον ‘‘κλειδοκράτορα του δανδισμού’’.
 
 
Συνάντηση με έναν εκκεντρικό δανδή
 
Στις αρχές του 1916, στο νοσοκομείο της οδού Μποκάζ, ο Μπρετόν γνωρίζει τον Ζακ Βασέ, έναν περήφανο κοκκινομάλλη νεαρό που νοσηλεύεται για ένα κάταγμα στην κνήμη. Στις ατελείωτες συζητήσεις που θα κάνουν οι δυο τους, ο Βασέ θα παραξενεύσει τον Μπρετόν καθώς φαίνεται να μην δίνει σημασία σε τίποτα. Περιφρονεί την τέχνη, την λογοτεχνία, τις συνηθισμένες ανησυχίες, τις πατριωτικές διακηρύξεις του πολέμου, κοροϊδεύει τον Μπρετόν και ισχυρίζεται πως υπακούει μόνο σε έναν νόμο, το χιούμορ. Όταν ο Βασέ βγαίνει από το νοσοκομείο, αρχίζει να συχνάζει σε κακόφημα μπαρ και καμπαρέ, ενώ αλλάζει συνεχώς μεταμφιέσεις. Καθώς είναι η εποχή του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, κάθε τόσο αλλάζει στολή περιφερόμενος στους δρόμους πότε σαν αεροπόρος και πότε σαν ουσάρος. Μερικές φορές, όταν συναντά τον Μπρετόν στον δρόμο, κάνει πως δεν τον γνωρίζει και τον προσπερνά κανονικά, παρόλο που συνεχίζουν να είναι στενοί φίλοι. 
 
Τον Μάιο του ίδιου χρόνου ο Βασέ στέλνεται στο μέτωπο, αλλά συνεχίζει να επικοινωνεί με τον Μπρετόν μέσω αλληλογραφίας. Του γράφει : «Ο ενθουσιασμός των άλλων, εκτός του ότι είναι θορυβώδης, είναι και σιχαμερός», «Με χαρά μου έμαθα, αγαπητέ μου φίλε, πως είστε λίγο άρρωστος». Κάποια στιγμή ο Βασέ θα πείσει έναν στρατηγό πως είναι διάσημος ζωγράφος και από τότε θα έχει ένα σωρό πλεονεκτήματα. Γράφει σε ένα γράμμα του : «Περιφέρω από τα ερείπια στο χωριό το κρυστάλλινο μονόκλ μου και μια θεωρία για ανησυχητικές ζωγραφιές».
 
Έτσι, στο πρόσωπο του Ζακ Βασέ η ομάδα των σουρεαλιστών συνάντησε τον κατεξοχήν δανδή, το ακριβώς αντίθετο του στρατευμένου και του πιστού. Ο Βασέ θα γίνει ο μεγάλος εκκεντρικός δάσκαλος της σουρεαλιστικής επιθεώρησης ‘‘Literature’’. Σε ένα κείμενό του θα γράψει : «Αποφασίσαμε να εγκαταλείψουμε τον κόσμο, να αποδράσουμε από εδώ, να αφήσουμε όλους τους άλλους να φυτοζωούν σε μια ημιαναίσθητη άγνοια, μέχρι να γίνει επιτέλους κάποια αποκάλυψη... Θα οδηγηθούμε αλλού, κι όμως θα είμαστε πάντα εδώ».
 
 
 Νάντια, η Προσδοκία
 
Κάποιο βράδυ, καθώς ο Μπρετόν περπατά άσκοπα στην οδό Λαφαγέτ, βλέπει ξαφνικά ένα ιδιαίτερο πλάσμα να ξεχωρίζει μέσα στην γκρίζα καθημερινότητα. Είναι ξανθιά, εύθραυστη, φτωχοντυμένη, βαμμένη αδέξια, αλλά περπατά με το κεφάλι ψηλά και με τα μάτια της τονισμένα με μαύρο μολύβι. Όταν της απευθύνει αυθόρμητα τον λόγο, εκείνη του απαντά σαν να τον γνωρίζει από πάντα.
 
Αφού της προτείνει να κάτσουν σε ένα καφενείο, εκείνη του λέει πως κατάγεται από την Λίλλη, πως έχει χωρίσει πρόσφατα από ένα φοιτητή που την αγαπούσε, και του αποκαλύπτει το όνομα που έχει διαλέξει για τον εαυτό της : «Νάντια (Nadja), γιατί στα ρωσικά έτσι αρχίζει η λέξη προσδοκία, και γιατί δεν είμαι παρά η αρχή». Η αρχή για ποιό πράγμα, ίσως να σκέφτηκε να την ρωτήσει ο Μπρετόν, αλλά αυτό που την ρώτησε, όταν ετοιμαζόταν να φύγει, θέλοντας να κάνει μια ερώτηση που να συνοψίζει όλες τις ερωτήσεις, ήταν : «Ποιά είστε τελικά ;». Και εκείνη του απάντησε : «Είμαι η περιπλανώμενη ψυχή».
 
Στις συναντήσεις τους, η συμπεριφορά της Νάντια, πότε συγκρατημένη και πότε ελεύθερη, θα βρίσκεται πάντοτε έξω από τα στενά όρια της λογικής. Ο συνοδός της θα είναι σαν ένας απλός θεατής, που περιμένει με πάθος πως κάτι θα συμβεί από λεπτό σε λεπτό. Με αυτή την συνάντηση, ο Μπρετόν θα βρει στις ανθρώπινες σχέσεις κάτι ανάλογο με την αυτόματη γραφή. Αντί για την γλώσσα, τώρα θα τον οδηγεί ένα ανθρώπινο πλάσμα, χωρίς να νοιάζεται για τον προορισμό, προκαλώντας μέσα του το ξύπνημα αισθημάτων που δεν φανταζόταν καν ότι υπάρχουν.
 
Ο Μπρετόν παρατηρεί ότι γι' αυτή την περίεργη κοπέλα η ευχαρίστηση υπήρχε απλώς με το να βρίσκεται στον δρόμο, που ήταν το μόνο πεδίο πειραματισμού για αυτήν, όντας διαθέσιμη σε κάθε ερώτηση οποιουδήποτε περαστικού. «Η Νάντια ήταν για μένα», θα γράψει ο Μπρετόν, «ένα από εκείνα τα ελεύθερα πνεύματα, κάτι σαν τα ξωτικά που ορισμένα μαγικά μας επιτρέπουν να τα συλλάβουμε για μια στιγμή, μα που ποτέ δεν θα μπορέσουμε να τα υποτάξουμε».
 
 
Ψάχνοντας το Εύρημα
 
Για τον Μπρετόν ο μυστικισμός γύρω από τις συναντήσεις συνεπάγεται και μία φιλοσοφία γύρω από το εύρημα. Έτσι ο ίδιος τριγύριζε συχνά στα παλιατζίδικα, ψάχνοντας για πράγματα που δεν έβρισκε κανείς πουθενά αλλού, πράγματα που η μόδα τους είχε περάσει, που τους έλειπαν κομμάτια, που ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν ή ήταν ακατανόητα.
 
Πίστευε πως, μερικές φορές, έχει ενδιαφέρον να κάνουμε τις περιηγήσεις μας έχοντας κατά νου ένα αντικείμενο που θέλουμε να βρούμε. Τότε, έλεγε, η ηδονή του ευρήματος είναι συνάρτηση της ομοιότητας/ανομοιότητας ανάμεσα στο επιδιωκόμενο αντικείμενο και στο εύρημα. Επίσης, πίστευε πως το εύρημα ενός αντικειμένου μπορούσε να έχει την ίδια λειτουργία με το όνειρο. Καθώς οι επιθυμίες ενός ατόμου είναι σκοτεινές, και η ανάλυση των ονείρων δεν είναι πάντα εύκολη υπόθεση, θα μπορούσαν πιο εύκολα να αποκαλυφθούν με την αντίδραση του ατόμου μπροστά σε ένα αντικείμενο που θα τραβήξει την προσοχή του. Το γεγονός ότι προσέχει αυτό και όχι κάτι άλλο, ο τρόπος που το ερμηνεύει, μπορεί να του επιτρέψει επαγωγικά να μάθει πράγματα για τον εαυτό του και τις επιθυμίες του.
 
Επίσης, ο Μπρετόν κάνει μια ουσιαστική διάκριση ανάμεσα στις περιπτώσεις που βρίσκει κάτι μόνος του και σε εκείνες που βρίσκει κάτι μαζί με κάποιον άλλον. Γράφει χαρακτηριστικά ότι «δύο άτομα που βαδίζουν το ένα δίπλα στο άλλο αποτελούν μία μόνο μηχανή επίδρασης που έχει μπει σε λειτουργία. Το εύρημα μού φαίνεται ότι εξισορροπεί ξαφνικά δύο πολύ διαφορετικά πεδία σκέψης». Σε αυτή την περίπτωση, κάθε ανακάλυψη παίρνει μια πρόσθετη αξία μέσω της σύγκρισης και η αμοιβαία κατανόηση των φίλων που ασχολούνται με αυτό κερδίζει σε ποιότητα.
 
 
Ένα θαύμα σε εξέλιξη
 
Καταλήγοντας, μπορούμε να παρατηρήσουμε ότι όλες οι προσδοκίες των σουρεαλιστών βασίζονταν στην απόλυτη διαθεσιμότητά τους, στην δίψα τους να περιπλανιόνται για να συναντήσουν οτιδήποτε, και ταυτόχρονα στην σιγουριά τους πως αυτή η δίψα τούς κρατούσε σε μια μυστηριώδη επικοινωνία με άλλους ανθρώπους, σαν να ήταν γραφτό τους να συναντηθούν ξαφνικά. Σύμφωνα με αυτό το περίπλοκο ''παιχνίδι'', μπορεί να υπάρξουν σημαντικές συναντήσεις που θα ξαναδώσουν στην ζωή το νόημα που άρχισε να χάνει ή εκείνη την αποφασιστική ώθηση που μπορεί μάταια ν' αναζητούσε.

Στις σύγχρονες αγχωτικές μεγαλουπόλεις, όπου ο καθένας μας περιφέρεται κλεισμένος στα δικά του προβλήματα, τρέχοντας να προλάβει λογαριασμούς και προθεσμίες, όλα αυτά μπορεί να φαντάζουν ως εξωπραγματικές πολυτέλειες. Ωστόσο, κάθε άνθρωπος πρέπει να έχει στον νου του ότι μπορεί, στην πόλη όπου μένει, να συναντήσει μια Νάντια, έναν Ζακ Βασέ, δηλαδή ένα πλάσμα που η συμπεριφορά του να καταλύει τις συνηθισμένες προδιαγραφές ή ένα αλλόκοτο εύρημα, και θα πρέπει να μπορεί να φανεί αμέσως αντάξιος αυτής της ύπαρξης που βρέθηκε ξαφνικά στον δρόμο του για να του θέσει το αδιάκοπο ερώτημα της απαλλαγής από τις αλυσίδες της ζωής του...


(Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''Φαινόμενα'', τεύχος 48, ένθετο του Ελεύθερου Τύπου)
 
Βιβλιογραφία
1. Σαράν Αλεξαντριάν, ''Μπρετόν'', εκδ. Θεμέλιο.
2. Nadeau Maurice, ''Ιστορία του Σουρεαλισμού'', εκδ. Πλέθρον.
3. Οκτάβιο Παζ, ''Η αναζήτηση της Αρχής - Δοκίμια για τον υπερρεαλισμό'', εκδ. Ηριδανός.