«Μόνο ο μεγαλοφυής συγγραφέας τολμά να ατενίσει χωρίς να ωχριάτην παράξενη όψη των αιώνων,να προκαλεί τον χρόνο,να στυλώνει μπροστά στο κύμα της λήθης το ελεύθερο στήθος τουκι όρθιος, επάνω σε αμέτρητα φέρετρα, να υπερασπίζεται απέναντι της κρίσεως του σκότουςτην αληθινή ευγένεια του ανθρωπίνου είδους»
Καμίλιος Μωκλαίρ
«Από την στιγμή που αφηγούμαστε ένα γεγονός αποσυνδέοντάς το από την πραγματικότητακαι με βάση την πρακτική της γραφής, η φωνή χάνει την προέλευσή της,ο συγγραφέας πεθαίνει και η γραφή αρχίζει»
Roland Barthes
Οφείλω να ομολογήσω πως δεν μου είναι άγνωστη αυτή η προσέγγιση, όπου ο συγγραφέας θεωρείται ως ένα είδος εκλεκτού (the chosen one) και η προσωπική του περιπέτεια μέσα στην ζωή ως εκείνο το μοναδικής σπουδαιότητας γεγονός που νοηματοδοτεί κι αποκαλύπτει την ουσία ολόκληρης της Δημιουργίας (εντάξει, ίσως υπερβάλλω λιγάκι). Δεν θα ήταν άστοχο αν διακρίναμε πίσω από αυτό το σκεπτικό μια μεγάλη δόση... Ρομαντισμού.
Η έννοια του παντογνώστη και παντοδύναμου συγγραφέα, του δημιουργού που θεωρείται ο μοναδικός νοηματοδότης του λογοτεχνικού έργου, διαμορφώθηκε τον 19ο αιώνα. Το ρομαντικό κίνημα ήταν εκείνο που ανέδειξε την προσωπικότητα του συγγραφέα σε κυρίαρχο στοιχείο, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί έτσι μια κυρίαρχη αισθητική που αντιμετώπιζε την λογοτεχνία ως μία ιστορία προσωπικοτήτων.
Από την οπτική αυτή, οι αισθητικές ιδιότητες ενός έργου θεωρούνται κυρίως προβολή προσωπικών ιδιοτήτων και το έργο μία διαφάνεια που αποκαλύπτει την ψυχή του συγγραφέα. Σε αυτήν την περίπτωση, η παρουσία του ονόματος του συγγραφέα λειτουργεί ως μέσο ταξινόμησης, καθορίζει την μορφή των έργων και χαρακτηρίζει τον τρόπο ύπαρξής τους. Αρκεί να έχουμε την εποπτεία της βιογραφίας, της οπτικής γωνίας και των κοινωνικών επιλογών του συγγραφέα για να εξηγήσουμε όλα τα στοιχεία του κειμένου. Αυτή η προσέγγιση βλέπει το υποκείμενο της πολιτιστικής δημιουργίας ως κατεξοχήν προσωπικό, αποτέλεσμα της εκκεντρικότητας του δημιουργού του, τον οποίο και, κατά κάποιο τρόπο, αγιοποιεί.
«Η λογοτεχνία δεν είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, αλλά μία υποκειμενική εμπειρία… Καθένας μας θα βρει σ’ ένα λογοτεχνικό έργο αυτό που φοβάται ή επιθυμεί περισσότερο» διατεινόταν ο θεωρητικός Ν. Holland πριν από μερικές δεκαετίες.
Το ενδιαφέρον της θεωρίας της λογοτεχνίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 κι έπειτα μετατοπίζεται από το κείμενο προς τον αναγνώστη. Οι θεωρίες που αναπτύχθηκαν σε αυτήν την περίοδο αμφισβητούν τον ορθολογισμό του δομισμού, σχεδόν αρνούνται ακόμη και την ίδια την έννοια της δομής. Η γλώσσα για αυτούς τους ‘‘μεταδομιστές’’ δεν είναι μια αυστηρά οριοθετημένη δομή που περιέχει συμμετρικές μονάδες σημαινόντων και σημαινομένων αλλά ένα πεδίο όπου όλα μεταβάλλονται και τίποτα δεν μένει σταθερό.
Αυτή η άποψη εμφανίζεται αντίθετη σε κάθε είδους συνεκτικά κοσμοθεωρητικά συστήματα και θεωρεί ότι η σχέση μας με την πραγματικότητα δεν είναι απλώς μια θετικιστική γνώμη αλλά κατεξοχήν μια ερμηνευτική σχέση. Επομένως, το κείμενο καθ’ αυτό είναι άνευ σημασίας, αφού ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να κατανοηθεί μόνο λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της ανάγνωσής του. Σε αυτή την σχέση το υποκείμενο και το αντικείμενο της αναγνωστικής διαδικασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.
Πέρα από αυτές τις βασικές παραμέτρους (ο ρόλος της προσωπικότητας του συγγραφέα, ο ρόλος της μεσολάβησης του αναγνώστη, και τα ίδια τα κειμενικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται) υπήρξαν κι υπάρχουν κι αρκετές ακόμη που διεκδικούν μερίδιο στην συγκρότηση μιας θεωρίας για την λογοτεχνία. Ο Μαρξιστικός στοχασμός θα συγκεντρώσει το ενδιαφέρον του στο κοινωνικό περιεχόμενο και στις κοινωνικές διαστάσεις του κάθε έργου, επιδιώκοντας να διερευνήσει το είδος και τον βαθμό εξάρτησης που υπάρχει ανάμεσα στην οικονομική βάση και στο πνευματικό εποικοδόμημα. Η θεωρία της ‘‘ακριβούς αντανάκλασης’’ θελήσει να αξιολογήσει τα έργα αποκλειστικά ως αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας, ενώ η ψυχαναλυτική λογοτεχνική κριτική, διαμορφωμένη υπό την επίδραση της θεωρίας του Φρόιντ, θα διεκδικήσει επίσης ένα μερίδιο στην νεότερη θεωρία της λογοτεχνίας.
«Δεν ξέρω τί είναι ρεαλισμός, μα ξέρω τί είναι ο φόβος εξαιτίας της αγάπης…
»Τί σχέση έχουν όλα αυτά με την λογοτεχνία ; Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός απαιτεί από τον συγγραφέα ‘‘την περιγραφή της πραγματικότητας στην επαναστατική της εξέλιξη’’. Πού βρίσκεται όμως αυτή η επαναστατική εξέλιξη ; … Υπάρχει κι ένας άλλος ορισμός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που παραδόξως προέρχεται από τον Στάλιν κι έχει ως εξής: ‘‘Ο συγγραφέας είναι ο μηχανικός της ανθρώπινης ψυχής’’. Δεν ξέρω πόσο σοβαρολογούσε ο Στάλιν λέγοντας αυτήν την φράση, ο ίδιος ήταν περισσότερο τεχνίτης του τρόμου απ’ ότι της ανθρώπινης ψυχής και σίγουρα εξολόθρευσε περισσότερους συγγραφείς απ’ ότι είχε διαβάσει…
»Δεν έχω καμία υπόληψη γι’ αυτόν που γράφει ένα μυθιστόρημα για να αποδείξει πως σε μία επιχείρηση πρέπει να συγκροτηθεί εργατική επιτροπή, γιατί κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται να γίνει μυθιστόρημα. Η μορφή της πραγματικότητας είναι πάντα μη ρεαλιστική, γράφει ο Κάφκα. Αυτή την λογοτεχνία εκλαμβάνω ως ρεαλιστική, αυτήν που αντιστρατεύεται την αξίωση της μοναδικής αντιπροσώπευσης της πραγματικότητας, που δεν περιγράφει μόνο ό,τι είναι, μα δείχνει τις ουτοπικές δυνατότητες που πνίγονται και μαραίνονται στην καθημερινή πραγματικότητα…»
Όπως και να ’χει, υποθέτω πως τα ερωτήματα θα συνεχίσουν να μας απασχολούν για πολύ ακόμη. Οπότε, την επόμενη φορά που θα ολοκληρώσουμε ένα βιβλίο, προτείνω να αναρωτηθούμε πιο σοβαρά: τί είναι αυτό το κείμενο ; από πού ήρθε ; τί μας κάνει ; και, αν συνεχίζουμε να είμαστε ακριβώς οι ίδιοι μετά την ανάγνωσή του…
υποσημείωση: αρκετά στοιχεία αντλήθηκαν από την μονογραφία της Μαρίας Κ. Πεσκετζή, Θεωρία της λογοτεχνίας και λογοτεχνική κριτική, εκδ. Σαββάλας.