POST #5

«Ο Ζάντμαν με είχε βάλει στην τροχιά του παράξενου, της περιπέτειας που τόσο εύκολα φωλιάζει στην παιδική ψυχή. Τίποτα δεν μου άρεσε περισσότερο από το να ακούω ή να διαβάζω τρομαχτικές ιστορίες με στοιχειά, μάγισσες, νάνους, κτλ. Αλλά υπεράνω όλων ήταν πάντοτε ο Ζάντμαν, που με κιμωλία ή κάρβουνο του έδινα τις πιο παράξενες κι απωθητικές μορφές και τον ζωγράφιζα παντού, σε τραπέζια, ντουλάπες και τοίχους... Μαζί με την περιέργεια μεγάλωνε και το θάρρος να γνωρίσω επιτέλους αυτόν τον Ζάντμαν»

E.T.A. Hoffman, ''Der Sandmann''
Με αφορμή την έκδοση του 5ου τεύχους της ‘‘Φανταστικής Λογοτεχνίας’’, του free-press περιοδικού που κυκλοφορεί η Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ., αλλά και τα περίεργα βιβλία που βρέθηκαν στον δρόμο μου τον τελευταίο καιρό, ολοκλήρωσα ένα άρθρο για τον Ε.Τ.Α. Hoffmann και, κυρίως, για την θρυλική νουβέλα του ‘‘Der Sandmann’’ (o Αμμάνθρωπος).

Ο Ε.Τ.Α. Hoffmann είναι από τους σημαντικότερους προδρόμους της λογοτεχνίας του Φανταστικού, και έχει επηρεάσει καθοριστικά τους μετέπειτα συγγραφείς του είδους. Παραθέτω πιο κάτω δύο μικρά αποσπάσματα από την αρχή και το τέλος του εν λόγω άρθρου, το οποίο περιλαμβάνει ακόμη ένα κομμάτι με την περίληψη του έργου και ένα με την ανάλυση των βασικότερων στοιχείων του.

Όταν ο Έρνστ Τέοντορ Αμαντέους Χόφμαν γράφει τον ''Ζάντμαν'' είναι πλέον 40 ετών, έχει εγκατασταθεί μόνιμα στο Βερολίνο και διάγει την ήρεμη περίοδο της ζωής του. Έχει προηγηθεί ένα πολυκύμαντο παρελθόν με συχνές μετακινήσεις, πολλές δοκιμασίες κι επαγγελματικές περιπέτειες, κατά την διάρκεια των οποίων άλλοτε εργάστηκε ως δικηγόρος -επάγγελμα που είχε σπουδάσει- άλλοτε ως μουσικός και συνθέτης -η μουσική και η ζωγραφική ήταν επίσης μεγάλες του αγάπες, γι' αυτό θα αντικαταστήσει και το τρίτο βαφτιστικό του όνομα με εκείνο του Μότσαρτ προς ένδειξη θαυμασμού- κι άλλοτε ως διευθυντής θεάτρου και διακοσμητής. Αλλά το 1814 επιστρέφει μόνιμα στο Βερολίνο, όπου θα ζήσει τα τελευταία 6 χρόνια της ζωής του και θα γράψει τα μεγάλα αριστουργήματά του, τα οποία θα τον καθιερώσουν ως έναν από τους σημαντικότερους ρομαντικούς συγγραφείς του Φανταστικού και θα επηρεάσουν καθοριστικά τους μετέπειτα συγγραφείς που θα πατήσουν πάνω στα δικά του χνάρια για να συνεχίσουν και να εξελίξουν το συγκεκριμένο είδος.

Καθώς ο 18ος αιώνας πλησίαζε στο τέλος του, το ρομαντικό γοτθικό μυθιστόρημα είχε καθιερωθεί ως λογοτεχνική φόρμα και τα έργα αυτού του είδους πολλαπλασιάζονταν. Στα δραματουργικά εργαλεία αυτού του μυθιστορήματος ήταν σύνηθες να κυριαρχεί μια πληθώρα τυπικών χαρακτηριστικών και λογοτεχνικών συμβάσεων, όπως το αρχαίο γοτθικό κάστρο με τον τεράστιο όγκο του, τις δαιδαλώδεις εγκατελειμένες πτέρυγες με τις κρυφές κατακόμβες κι έναν ολόκληρο γαλαξία από φαντάσματα και ανατριχιαστικούς θρύλους. Επίσης περιλάμβαναν τον τυραννικό και μοχθηρό αριστοκράτη, την ενάρετη και κατατρεγμένη ηρωίδα, και τον ανδρείο κι άσπιλο ήρωα, ενώ για να δημιουργηθούν οι κατάλληλες εντυπώσεις στους αναγνώστες χρησιμοποιούνταν μία ατελείωτη σειρά από σκηνικά βοηθήματα, όπως παράξενοι φωτισμοί, σβησμένες λάμπες, μουχλιασμένα χειρόγραφα, μεντεσέδες που τρίζουν και κινούμενες ταπισερί. Σταδιακά, όμως, θα αρχίσουν να εμφανίζονται συγγραφείς που θα ξεφεύγουν από αυτά τα εξωτερικά γοτθικά γνωρίσματα και θα επιλέγουν πιο σύγχρονες σκηνές για τα μυστήριά τους, χωρίς να αρνούνται το γενικότερο πνεύμα αυτών των ιστοριών και τον τύπο των γεγονότων που περιγράφουν.

Ο Ε.Τ.Α. Χόφμαν κατατάσσεται σε εκείνους τους συγγραφείς που ανήκουν τόσο στην απερχόμενη γοτθική σχολή όσο και στην επερχόμενη ψυχολογική. Άμεσα συνδεδεμένος με τις συναισθηματικές διεργασίες που κατέχουν κεντρική θέση στην ρομαντική κοσμοθέαση, ο Χόφμαν εμπλουτίζει τους χαρακτήρες του με έντονο συναισθηματικό κόσμο ενώ ταυτόχρονα επικεντρώνεται σε εκείνες τις ασυνείδητες ενορμήσεις που καθορίζουν την συμπεριφορά τους. Έτσι, θα πετύχει να αποσπάσει τον φόβο και την αγωνία από την σφαίρα του συμβατικού και να τα εξυψώσει σε ένα φρικτό πεπρωμένο πάνω από την ίδια την ανθρωπότητα, με τους αναγνώστες να αισθάνονται έναν παλμό δύναμης άγνωστο σε οποιοδήποτε προηγούμενο έργο αυτού του είδους, μια συγγένεια με την ουσιαστική αλήθεια της ανθρώπινης φύσης, κι ένα πρωτόγνωρο διάπυρο συμπάσχον πάθος από την πλευρά του συγγραφέα. Ταυτόχρονα, το έργο του Χόφμαν αποκτά μία μυστικιστική διάσταση, κυρίως επειδή τα συναισθήματα του φόβου και της αγάπης στα έργα του διέπονται από μία υπαρξιακή αναζήτηση, που κατακυριεύει την σκέψη και την δράση των πρωταγωνιστών και τους οδηγεί σε αδικαιολόγητες πράξεις. Το αισθησιακό στοιχείο παίζει επίσης πρωταρχικό ρόλο. Μια παράξενη σύνθεση χρωμάτων, ήχων κι αισθημάτων δημιουργεί έναν δίαυλο επικοινωνίας ανάμεσα στην επίγεια και στην διανοητική διάσταση, με αποτέλεσμα η δράση να διαδραματίζεται πάντα στο λυκόφως της πραγματικότητας, στην διαχωριστική εκείνη γραμμή που ενώνει το προφανές με το κρυμμένο, την αλήθεια με το ψέμα, το δεδομένο με την ανατροπή του.


Ο ''Ζάντμαν'' (από το Sandman, δηλαδή ο ''Αμμάνθρωπος'' ή, περιφραστικά, ''ο Κακός με την άμμο'') είναι ένα από τα κορυφαία έργα του Ε.Τ.Α. Χόφμαν και συγκεντρώνει με θαυμαστό τρόπο όλα τα παραπάνω στοιχεία. Πάρα πολλοί μελετητές έχουν ασχοληθεί κατά καιρούς με τον ''Ζάντμαν'', επιχειρώντας να το αναλύσουν και να ξεκλειδώσουν τα μυστικά του μέσα από ποικίλες οπτικές γωνίες. Σε αυτό το άρθρο θα ακολουθήσει μια περίληψη του εν λόγω έργου και στην συνέχεια θα προσπαθήσουμε να το προσεγγίσουμε ερμηνευτικά, βασιζόμενοι στην ανάλυση των σημαντικότερων στοιχείων που έχουν εντοπίσει οι διάφοροι μελετητές.

[...]

[...]

Καταλήγοντας, θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε ολόκληρο τον ''Ζάντμαν'' του Χόφμαν ως ένα ιδιοφυές σχόλιο πάνω στον εσωτερικά διχασμένο άνθρωπο. Η αίσθηση του παράξενου και του τρομακτικού δημιουργείται στον ''Ζάντμαν'' από τις πεποιθήσεις που ο σύγχρονος άνθρωπος έχει απορρίψει, τις οποίες όμως στην συνέχεια βρίσκει μπροστά του. Οι πρόγονοί μας θεωρούσαν υπαρκτές αυτές τις δυνατότητες και ήταν πεπεισμένοι για την αλήθεια αυτών των διεργασιών, πάνω στις οποίες είχε θεμελιωθεί ο παλαιός κόσμος. Σήμερα, παρόλο που φαινομενικά έχουμε ξεπεράσει έναν τέτοιο τρόπο σκέψης, διατηρούμε μια αβεβαιότητα για τις νέες πεποιθήσεις μας, ενώ οι παλιές υπάρχουν ακόμη μέσα μας και παραμονεύουν, έτοιμες να αδράξουν την πρώτη ευκαιρία που θα τις επιβεβαιώσει. Έτσι, ο σύγχρονος άνθρωπος δεν μπορεί παρά να ανακαλύψει μια ''ιδεολογική παραφωνία'' στην συγκρότηση της υποκειμενικότητάς του. Εκεί που πίστευε πως ήταν ολωσδιόλου συγκροτημένος ως υποκείμενο μιας νεωτερικής ιδεολογίας, έξαφνα βρίσκει μέσα του ισχυρά προ-νεωτερικά ιδεολογικά στοιχεία. Αυτή η ''ιδεολογική παραφωνία'' είναι η έκφραση ενός δικού μας μύχιου μυστικού, που ξεμυτίζει στιγμιαία απρόσκλητο στην επιφάνεια κι αναστατώνει την αταραξία της ιδεολογικής και ορθολογικής μας συνείδησης.

Kάτω από το κατώφλι του συνειδητού τα πάντα αναμοχλεύονται με μεγάλη ζωντάνια. Εκεί βρίσκεται η μήτρα μιας μυθοπλαστικής φαντασίας, που έχει υποτιμηθεί στον λογικό μας αιώνα. Αν και αυτή η φαντασία είναι παντού παρούσα, δεν είναι μόνο απαγορευτική αλλά κι αντικείμενο τρόμου, γι' αυτό έχουμε τόσο έντονη την εντύπωση ότι το να αφεθεί κανείς σ' ένα αβέβαιο μονοπάτι που οδηγεί στα σκοτεινά εκείνα βάθη είναι ένα επικίνδυνο πείραμα ή μια αμφίβολη περιπέτεια, ενώ στην πραγματικότητα είναι ένα εξερευνητικό ταξίδι στον άλλο πόλο του κόσμου. Συνήθως αφήνουμε τις εικόνες που ελλοχεύουν στο ασυνείδητο να αναδυθούν κι ίσως απορούμε γι' αυτές, κι αυτό είναι όλο. Δεν κάνουμε τον κόπο να τις κατανοήσουμε, πολύ λιγότερο να βγάλουμε ηθικά συμπεράσματα από αυτές, κι αυτή η αδιαφορία μας είναι που φέρνει στο προσκήνιο την αρνητική επίδραση του ασυνειδήτου. Όσο όμως δεν κατανοούμε το νόημά τους, αυτές οι φαντασιώσεις παραμένουν ένα διαβολικό μίγμα από το θείο και το γελοίο. Αν δεν τις κατανοήσουμε και αν αποφύγουμε την ηθική ευθύνη που επιφέρουν, στερούμε τον εαυτό μας από την ολοκλήρωσή του κι επιβάλλουμε ένα οδυνηρό κερματισμό στην ζωή μας. Έτσι, απαιτείται η ενορατική διείσδυση σ' αυτές τις περιοχές που η σύγχρονη περιορισμένη μας αντίληψη έχει αποκλείσει.

Στον ''Ζάντμαν'', τελικά, αποτυπώνεται ολόκληρη η ρομαντική κοσμοθέαση, προσωποποιημένη από τον ήρωα Ναθαναήλ, ένα άτομο που δίνει προτεραιότητα στον συναισθηματισμό και την φαντασία, κι έτσι ο προσωπικός μύθος του Χόφμαν συνοψίζεται στον εσωτερικό αγώνα ανάμεσα στην καλλιτεχνική-πνευματική φύση και την πραγματιστική.


υγ: ο μύθος του Sandman έχει μεταφερθεί έξοχα στην σύγχρονη εποχή από τον Niel Gaiman στο ομότιτλο graphic novel.


POST #4
«Μόνο ο μεγαλοφυής συγγραφέας τολμά να ατενίσει χωρίς να ωχριά
την παράξενη όψη των αιώνων,να προκαλεί τον χρόνο,
να στυλώνει μπροστά στο κύμα της λήθης το ελεύθερο στήθος του 
κι όρθιος, επάνω σε αμέτρητα φέρετρα, να υπερασπίζεται απέναντι της κρίσεως του σκότους
την αληθινή ευγένεια του ανθρωπίνου είδους» 
Καμίλιος Μωκλαίρ 
«Από την στιγμή που αφηγούμαστε ένα γεγονός αποσυνδέοντάς το από την πραγματικότητα 
και με βάση την πρακτική της γραφής, η φωνή χάνει την προέλευσή της,
ο συγγραφέας πεθαίνει και η γραφή αρχίζει» 
Roland Barthes
Πριν από λίγες μέρες, εντρυφώντας σε μια όψη του έργου του, έπεσα πάνω σε μια αποστροφή του Steven King (αυτού του grand master του Φανταστικού και του Τρόμου), συγκεκριμένα σε κάποια ερωτήματα που έθετε ρητορικά ο ίδιος και τα οποία ‘‘ξύπνησαν’’ εκ νέου και κάποια δικά μου αειθαλή ερωτήματα σε σχέση με το λογοτεχνικό φαινόμενο : «Ποιός είμαι όταν γράφω ; Ποιοί είστε εσείς, εδώ που τα λέμε ; Τί ακριβώς συμβαίνει εδώ, γιατί συμβαίνει και, τελικά, έχει καμιά σημασία ;»

Σκέψεις πάνω στο φαινόμενο της συγγραφής με είχαν απασχολήσει και κατά το παρελθόν. Στο παρόν κείμενο, εν είδει υπενθύμισης μιας παλαιότερης μελέτης, θα επιχειρήσω να καταγράψω συνοπτικά ορισμένες σημειώσεις πάνω στις τρεις βασικές παραμέτρους του λογοτεχνικού γεγονότος : ο συγγραφέας, ο αναγνώστης, και το ίδιο το κείμενο καθ’ αυτό.

- Ο συγγραφέας ως νοηματοδότης του κειμένου 

Οφείλω να ομολογήσω πως δεν μου είναι άγνωστη αυτή η προσέγγιση, όπου ο συγγραφέας θεωρείται ως ένα είδος εκλεκτού (the chosen one) και η προσωπική του περιπέτεια μέσα στην ζωή ως εκείνο το μοναδικής σπουδαιότητας γεγονός που νοηματοδοτεί κι αποκαλύπτει την ουσία ολόκληρης της Δημιουργίας (εντάξει, ίσως υπερβάλλω λιγάκι). Δεν θα ήταν άστοχο αν διακρίναμε πίσω από αυτό το σκεπτικό μια μεγάλη δόση... Ρομαντισμού.

Η έννοια του παντογνώστη και παντοδύναμου συγγραφέα, του δημιουργού που θεωρείται ο μοναδικός νοηματοδότης του λογοτεχνικού έργου, διαμορφώθηκε τον 19ο αιώνα. Το ρομαντικό κίνημα ήταν εκείνο που ανέδειξε την προσωπικότητα του συγγραφέα σε κυρίαρχο στοιχείο, με αποτέλεσμα να διαμορφωθεί έτσι μια κυρίαρχη αισθητική που αντιμετώπιζε την λογοτεχνία ως μία ιστορία προσωπικοτήτων.

Από την οπτική αυτή, οι αισθητικές ιδιότητες ενός έργου θεωρούνται κυρίως προβολή προσωπικών ιδιοτήτων και το έργο μία διαφάνεια που αποκαλύπτει την ψυχή του συγγραφέα. Σε αυτήν την περίπτωση, η παρουσία του ονόματος του συγγραφέα λειτουργεί ως μέσο ταξινόμησης, καθορίζει την μορφή των έργων και χαρακτηρίζει τον τρόπο ύπαρξής τους. Αρκεί να έχουμε την εποπτεία της βιογραφίας, της οπτικής γωνίας και των κοινωνικών επιλογών του συγγραφέα για να εξηγήσουμε όλα τα στοιχεία του κειμένου. Αυτή η προσέγγιση βλέπει το υποκείμενο της πολιτιστικής δημιουργίας ως κατεξοχήν προσωπικό, αποτέλεσμα της εκκεντρικότητας του δημιουργού του, τον οποίο και, κατά κάποιο τρόπο, αγιοποιεί.


- Το κείμενο παράγει μόνο του τον εαυτό του 

Κατά τον 20ο αιώνα, η επιδίωξη των θεωρητικών και των κριτικών να συγκροτήσουν μια ‘‘επιστήμη’’ της λογοτεχνίας, δηλαδή να εξασφαλίσουν την αντικειμενικότητα και την εγκυρότητα του λογοτεχνικού κειμένου, τους οδήγησε στο να μετατοπίσουν το ενδιαφέρον τους από τον συγγραφέα στο ίδιο το κείμενο. Παρόλο που νομίζω πως δίκαια εδώ θα μπορούσε κανείς να διερωτηθεί γιατί το λογοτεχνικό κείμενο να πρέπει να χαρακτηρίζεται από ‘‘αντικειμενικότητα’’ και ‘‘εγκυρότητα’’ (εγκυρότητα ως προς τί ; ), αξίζει να ρίξουμε μια ματιά σε εκείνες τις σκέψεις που αποπειράθηκαν να οριοθετήσουν ένα πλαίσιο μελέτης με κεντρικό άξονα το ίδιο το κείμενο και τις λειτουργίες που παράγουν το νόημά του.

Φορμαλισμός, Δομισμός και Σημειολογία, είναι τα ονόματα μερικών από των τάσεων που αποφάσισαν να ασχοληθούν μόνο με τις ‘‘λέξεις πάνω στην σελίδα’’ και να αδιαφορήσουν για οποιοδήποτε άλλο εξωτερικό στοιχείο. Σε αυτήν την περίπτωση, δεν μας ενδιαφέρει η ιστορικότητα, ο συγγραφέας, και τα προσωπικά του βάσανα, αλλά μόνο το σύστημα των λεκτικών συμβάσεων που συγκροτούν το λογοτεχνικό κείμενο. Η μελέτη του κειμένου γίνεται ανεξάρτητα από το ιστορικό, κοινωνικό, πολιτιστικό πλαίσιο μέσα στο οποίο αυτό δημιουργήθηκε και το μόνο που ενδιαφέρει είναι ο τόνος της γραφής, δηλαδή κατά πόσο έχουν επιλεγεί τα κατάλληλα σχήματα λόγου για να εκφραστεί το θέμα του έργου – σε αυτά τα συστήματα κανόνων και κωδίκων πρέπει να εστιάσουμε γιατί αυτά και μόνο παράγουν το νόημα του κειμένου. 

Έτσι, ο ιδεώδεις αναγνώστης γι’ αυτούς τους δομιστές και φορμαλιστές είναι εκείνος που στέκεται απαλλαγμένος από πεποιθήσεις, απαλλαγμένος από προσωπικές επιλογές και χαρακτηριστικά που καθορίζουν το φύλλο, την τάξη, τις κοινωνικές αντιλήψεις, προσεγγίζοντας το λογοτεχνικό κείμενο μόνο με βάση εκείνους τους λεκτικούς κώδικες και τα συστήματα που τον βοηθούν να προσλάβει το έργο. 

Μία ένσταση, όμως, ως προς αυτό θα ήταν πως μια τέτοια αντίληψη καταργεί ουσιαστικά το ανθρώπινο υποκείμενο και το αντικαθιστά με ένα σύστημα ανάγνωσης του κειμένου. Πώς μπορούμε να αγνοήσουμε το γεγονός πως το νόημα είναι ζήτημα συνείδησης κι όχι απλώς λέξεων ; Πώς μπορούμε να παραβλέψουμε ότι, όταν κάποιο νόημα συνδέεται με λέξεις, είναι ο άνθρωπος εκείνος που κάνει την σύνδεση, ανεξάρτητα από τους κανόνες και τις όποιες συμβάσεις της γλώσσας ;

- Ο αναγνώστης, η συνείδηση που παράγει το νόημα 

«Η λογοτεχνία δεν είναι ένα αντικειμενικό γεγονός, αλλά μία υποκειμενική εμπειρία… Καθένας μας θα βρει σ’ ένα λογοτεχνικό έργο αυτό που φοβάται ή επιθυμεί περισσότερο» διατεινόταν ο θεωρητικός Ν. Holland πριν από μερικές δεκαετίες. 

Το ενδιαφέρον της θεωρίας της λογοτεχνίας από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 κι έπειτα μετατοπίζεται από το κείμενο προς τον αναγνώστη. Οι θεωρίες που αναπτύχθηκαν σε αυτήν την περίοδο αμφισβητούν τον ορθολογισμό του δομισμού, σχεδόν αρνούνται ακόμη και την ίδια την έννοια της δομής. Η γλώσσα για αυτούς τους ‘‘μεταδομιστές’’ δεν είναι μια αυστηρά οριοθετημένη δομή που περιέχει συμμετρικές μονάδες σημαινόντων και σημαινομένων αλλά ένα πεδίο όπου όλα μεταβάλλονται και τίποτα δεν μένει σταθερό. 

Αυτή η άποψη εμφανίζεται αντίθετη σε κάθε είδους συνεκτικά κοσμοθεωρητικά συστήματα και θεωρεί ότι η σχέση μας με την πραγματικότητα δεν είναι απλώς μια θετικιστική γνώμη αλλά κατεξοχήν μια ερμηνευτική σχέση. Επομένως, το κείμενο καθ’ αυτό είναι άνευ σημασίας, αφού ένα λογοτεχνικό έργο μπορεί να κατανοηθεί μόνο λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της ανάγνωσής του. Σε αυτή την σχέση το υποκείμενο και το αντικείμενο της αναγνωστικής διαδικασίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Σύμφωνα με αυτήν την άποψη, λοιπόν, το λογοτεχνικό έργο δεν μπορεί να υπάρξει παρά μόνο ως αντικείμενο που αντανακλάται στην συνείδηση. Καθώς το λογοτεχνικό έργο διαθέτει διάφορα επίπεδα (αισθήσεις, διαθέσεις, νοηματικές ενότητες), δηλαδή πλευρές της πραγματικότητας που μπορούν να περιγραφούν στο κείμενο μόνο σχηματικά, είναι αναγκαίο να αναγνωρίσουμε πως εκείνος που καλείται να συγκεκριμενοποιήσει και νοηματοδοτήσει αυτά τα στοιχεία είναι βασικά ο αναγνώστης. Άλλωστε, το λογοτεχνικό έργο δεν απευθύνεται τόσο στην διάνοια όσο στο συναίσθημα, και το περιεχόμενο αυτού του συναισθήματος είναι μία πολύ πιο σύνθετη διαδικασία που αναγκαστικά περνάει μέσα από το ‘‘φίλτρο’’ του αναγνώστη. 

Πέρα από αυτές τις βασικές παραμέτρους (ο ρόλος της προσωπικότητας του συγγραφέα, ο ρόλος της μεσολάβησης του αναγνώστη, και τα ίδια τα κειμενικά στοιχεία που χρησιμοποιούνται) υπήρξαν κι υπάρχουν κι αρκετές ακόμη που διεκδικούν μερίδιο στην συγκρότηση μιας θεωρίας για την λογοτεχνία. Ο Μαρξιστικός στοχασμός θα συγκεντρώσει το ενδιαφέρον του στο κοινωνικό περιεχόμενο και στις κοινωνικές διαστάσεις του κάθε έργου, επιδιώκοντας να διερευνήσει το είδος και τον βαθμό εξάρτησης που υπάρχει ανάμεσα στην οικονομική βάση και στο πνευματικό εποικοδόμημα. Η θεωρία της ‘‘ακριβούς αντανάκλασης’’ θελήσει να αξιολογήσει τα έργα αποκλειστικά ως αντανάκλαση της κοινωνικής πραγματικότητας, ενώ η ψυχαναλυτική λογοτεχνική κριτική, διαμορφωμένη υπό την επίδραση της θεωρίας του Φρόιντ, θα διεκδικήσει επίσης ένα μερίδιο στην νεότερη θεωρία της λογοτεχνίας.


Πριν από λίγους μήνες έτυχε επίσης να διαβάσω ένα ενδιαφέρον κείμενο του Χανς Κρίτσοφ Μπουχ, όπου μεταξύ άλλων έγραφε:

«Δεν ξέρω τί είναι ρεαλισμός, μα ξέρω τί είναι ο φόβος εξαιτίας της αγάπης… 

»Τί σχέση έχουν όλα αυτά με την λογοτεχνία ; Ο σοσιαλιστικός ρεαλισμός απαιτεί από τον συγγραφέα ‘‘την περιγραφή της πραγματικότητας στην επαναστατική της εξέλιξη’’. Πού βρίσκεται όμως αυτή η επαναστατική εξέλιξη ; … Υπάρχει κι ένας άλλος ορισμός του σοσιαλιστικού ρεαλισμού που παραδόξως προέρχεται από τον Στάλιν κι έχει ως εξής: ‘‘Ο συγγραφέας είναι ο μηχανικός της ανθρώπινης ψυχής’’. Δεν ξέρω πόσο σοβαρολογούσε ο Στάλιν λέγοντας αυτήν την φράση, ο ίδιος ήταν περισσότερο τεχνίτης του τρόμου απ’ ότι της ανθρώπινης ψυχής και σίγουρα εξολόθρευσε περισσότερους συγγραφείς απ’ ότι είχε διαβάσει… 

»Δεν έχω καμία υπόληψη γι’ αυτόν που γράφει ένα μυθιστόρημα για να αποδείξει πως σε μία επιχείρηση πρέπει να συγκροτηθεί εργατική επιτροπή, γιατί κάτι τέτοιο δεν χρειάζεται να γίνει μυθιστόρημα. Η μορφή της πραγματικότητας είναι πάντα μη ρεαλιστική, γράφει ο Κάφκα. Αυτή την λογοτεχνία εκλαμβάνω ως ρεαλιστική, αυτήν που αντιστρατεύεται την αξίωση της μοναδικής αντιπροσώπευσης της πραγματικότητας, που δεν περιγράφει μόνο ό,τι είναι, μα δείχνει τις ουτοπικές δυνατότητες που πνίγονται και μαραίνονται στην καθημερινή πραγματικότητα…» 

Όπως και να ’χει, υποθέτω πως τα ερωτήματα θα συνεχίσουν να μας απασχολούν για πολύ ακόμη. Οπότε, την επόμενη φορά που θα ολοκληρώσουμε ένα βιβλίο, προτείνω να αναρωτηθούμε πιο σοβαρά: τί είναι αυτό το κείμενο ; από πού ήρθε ; τί μας κάνει ; και, αν συνεχίζουμε να είμαστε ακριβώς οι ίδιοι μετά την ανάγνωσή του… 
 
 
υποσημείωση: αρκετά στοιχεία αντλήθηκαν από την μονογραφία της Μαρίας Κ. Πεσκετζή, Θεωρία της λογοτεχνίας και λογοτεχνική κριτική, εκδ. Σαββάλας.

- - -