Μικρές Ιστορίες


1. Το ανθρωπάκι και ο κύκλος.

ΉΤΑΝ ΕΝΑ ΑΝΘΡΩΠΑΚΙ υποχρεωμένο να ζει μέσα σ’ ένα κύκλο. Συγκεκριμένα, του επιτρεπόταν να κινείται μόνο πάνω στην κυκλική περιφέρεια, που διαγραφόταν από ένα χρώμα κόκκινο, το μόνο χρώμα που είχε δει και γνώριζε. Έτσι περιφερόταν λοιπόν, μονότονα έφερνε γύρους, δίχως άλλη ασχολία. Tο μόνο που έκανε ήταν να εφεύρει ένα σύστημα για να κρατά αριθμούς μέσα στο μυαλό του. Κάθε φορά που ένιωθε να συμπληρώνει ένα κύκλο προσέθετε και μία μονάδα στους αριθμούς αυτούς. Σε αυτήν την αρίθμηση είχε δώσει μία ονομασία και την έλεγε Χρόνο.

Πρέπει να είχε συμπληρώσει τον Χρόνο 33517 όταν, καθώς διέγραφε μία καμπύλη μεγάλη πάνω στην κυκλική περιφέρεια, κάνοντας δηλαδή αυτό που μόνο και πάντα ήξερε να κάνει, συνάντησε μπροστά του ένα παράξενο αντικείμενο, που πρώτη φορά έβλεπε, να του φράζει τον δρόμο. Στην αρχή ξαφνιάστηκε - τί ήταν αυτό ; - κι έπειτα το έπιασε ταραχή. Και άρχισε να ψάχνει το περίεργο αυτό πράγμα : ψηλάφισε με τα δάκτυλά του την ανώμαλη και τραχιά του επιφάνεια, σήκωσε τα μάτια ψηλά για να μπορέσει να δει πόσο έφτανε σε ύψος εκείνος ο όγκος. Ήταν το πιο παράξενο που είχε δει ποτέ του και τελικά κατέληξε να το ονομάσει Βράχο.

Σαστισμένο μπροστά στο δυσθεώρητο μέγεθος, το μικρό ανθρωπάκι σκέφτηκε πως αυτός ο Βράχος πραγματικά του έκλεινε τον δρόμο. Eίχε μάθει να κινείται πάνω στην κυκλική περιφέρεια και δεν είχε χώρο για να περάσει. Έτσι η πορεία του αναγκαστικά σταματούσε. Να γυρίσει πίσω τί νόημα είχε, αφού πάλι θα έπεφτε πάνω στον Βράχο, που του έφραζε τον δρόμο και από την αντίθετη κατεύθυνση ; Καθόταν λοιπόν το μικρό ανθρωπάκι σε εκείνο το σημείο και ο Χρόνος του είχε πια σταματήσει καθώς δεν μπορούσε να μετρά πια αριθμούς όπως πρώτα. Στην σκέψη αυτή ένα ρίγος το διαπέρασε. Τί θα έκανε τώρα ;

Πέρασε πολύ καιρός με το μικρό ανθρωπάκι στο ίδιο σημείο, να σκέφτεται έντονα, να βασανίζεται πραγματικά, ώσπου να του ’ρθει επιτέλους μια ιδέα. Γονάτισε μπροστά στον τεράστιο όγκο, άπλωσε τα χεράκια του κι άρχισε να σπρώχνει… Έσπρωχνε, έσπρωχνε, ίδρωνε, φούσκωνε, έβαζε όλη του την δύναμη, βαριανάσανε και ξανά πάλι, έσπρωχνε, έσπρωχνε… Μέχρι που, κάποια στιγμή, προς μεγάλη του έκπληξη, ένιωσε τον Βράχο να μετακινείται. Και όταν μετά από πολύ προσπάθεια θεώρησε ότι αρκετά είχε μετακινήσει τον Βράχο, σταμάτησε και σηκώθηκε για να συνεχίσει την πορεία του, την γνωστή του κυκλική διαδρομή. Όμως τότε μία άλλη έκπληξη τον περίμενε. Δεν βρισκόταν πια μέσα στην περιφέρεια του κύκλου. Παλεύοντας να βγάλει τον Βράχο έξω, είχε βγει και ο ίδιος. Μπορούσε μάλιστα να κοιτά ολόκληρο τον κύκλο πίσω του και σκέφτηκε πως πρώτη φορά τον έβλεπε έτσι.

Το ανθρωπάκι δοκίμασε τότε μερικά βήματα και εκτός κύκλου. Βρήκε ότι βάδιζε εξίσου καλά. Τίποτα το διαφορετικό δεν υπήρχε. Μπορούσε πλέον να ξεκινήσει μια καινούρια διαδρομή, πιο ελεύθερη, πιο μεγάλη, πιο πλούσια. Ίσως λιγότερο ασφαλής αλλά και πιο ελπιδοφόρα. Τώρα είχε μοναχά ένα πρόβλημα να λύσει : πώς θα μετρούσε πλέον τον Χρόνο !

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''Συμπαντικές Διαδρομές'', Τεύχος 9)


2. Ο Λαβύρινθος.

ΗΤΑΝ ΠΑΡΑΞΕΝΟ ΕΚΕΙΝΟ ΤΟ ΜΕΡΟΣ. Κάτι μου θύμιζε, απροσδιόριστο και μακρινό. Λιγοστό ήταν το φως κι ο αέρας πηχτός, σα μαύρη θάλασσα που δύσκολα κολυμπάς μέσα της, κι έτσι τσαλαβουτούσα, με τα χέρια να ψάχνουν, στο σκοτεινό εκείνο κενό.

Ύστερα υπήρχε ο κατήφορος, που εμφανιζόταν – θα έπρεπε να πω τον ένιωθες, καθώς τίποτα δεν μπορούσες να δεις – απρόσμενα μπροστά σου. Γλιστρούσες ξαφνικά κι απότομα και έπρεπε να προβάλλεις αντίσταση για να μην πέσεις κάτω. Έπειτα όμως ο δρόμος έστρωνε πάλι. Μόνο που ο αέρας γίνονταν τώρα πιο ζεστός, σα να ήταν η καυτή ανάσα κάποιου θηρίου που παραμόνευε στα βάθη της σκοτεινής αυτής στοάς.

Ξαφνικά η σκέψη μου άρχισε να λειτουργεί ασταμάτητα, γεμάτη αμφιβολίες. Άραγε να οδηγεί κάπου αυτός ο λαβύρινθος ; Κι αν όχι, τότε γιατί συνεχίζω αυτήν την μάταιη πορεία ; Γατί δεν γυρνώ πίσω από εκεί που ήρθα, στην αφετηρία, που είχε το φως του φεγγαριού από πάνω της και μία στρογγυλή λιμνούλα στην μέση και τριγύρω μαύρες τρύπες, όλες χωρίς καμιά ταμπελίτσα για το που οδηγούν. Πού να οδηγεί άραγε ; Αν ήξερα, θα έμπαινα τότε στον κόπο ή μήπως θα έμενα εκεί, στην αφετηρία, γυρνώντας γύρω-γύρω, θαυμάζοντας τις ταμπελίτσες με τα διάφορα ονόματα – αν υπήρχαν – και, το πολύ, θα στοχαζόμουν για την προέλευσή τους ; Μα όλα αυτά ήταν πλέον κουβέντες δίχως νόημα. Ίσως από περιέργεια, από μία παραπάνω του επιτρεπτού ανησυχία, ίσως από λάθος, είχα διαλέξει αυτή την σκοτεινή στοά, στο εσωτερικό της οποίας βάδιζα, και δεν μπορούσα να κάνω τίποτα άλλο από το να συνεχίσω να βαδίζω. Να βαδίζω μπροστά, όχι από κάποια τεμπελιά («που να γυρίζω τώρα πίσω»), ή από κούραση («που να ανεβαίνω ανάποδα την απότομη κατηφόρα»), αλλά από περιέργεια ή από έναν παραπάνω του επιτρεπτού ηρωισμό ή από λάθος.

Και, μαζί με την πορεία μου, συνέχιζα να αναρωτιέμαι : Άραγε θα καταλήξω κάπου ; Θα έχει κάποιο τέλος η περιπέτειά μου αυτή ; Κι αν όχι, είναι δυνατόν να περπατώ για πάντα ; Να παραπαίω για πάντα έτσι, μέσα στην σκοτεινιά, με τα χέρια τεντωμένα να ψαχουλεύουν το κενό, να αναζητούν να "δουν" αυτά, αφού τα μάτια μου, παρόλο που λειτουργούν μια χαρά, δεν μου χρησιμεύουν πλέον, σα να ’γινα ξαφνικά τυφλός, κάποιος που έχασε το μπαστούνι του ή το πιστό σκυλί του… Σίγουρα όμως θα υπάρχει ένα τέλος, παρόλο που οι σοφοί δεν έχουν αποφασίσει ακόμη για την αρχή ή μήπως έχουν; Αλλά ποιός μπορεί πια να εμπιστευθεί τους σοφούς. Κι αν μπορεί, πού είναι τώρα ένας, που τον χρειάζομαι, για να θέσω το ερώτημά μου ; Δεν μπορώ να εμπιστευθώ πλέον κανέναν, διότι κανείς δεν υπάρχει, διότι είμαι μόνος σε τούτη την σκοτεινή σήραγγα, σε τούτο το άδειο κουφάρι κάποιου γιγαντιαίου φιδιού ή χταποδιού με τα πολλά πλοκάμια, στέκω έρημος, και μόνος πρέπει να τα βγάλω πέρα.

Μπορώ εντωμεταξύ να φαντάζομαι την καινούρια γη στην οποία, κατάκοπος πια, θα φτάσω. Ναι, θα είμαι κατάκοπος, αλλά θα βγω μέσα από έναν δροσερό καταρράκτη. Το νερό θα κυλήσει στο σώμα μου, στο πρόσωπό μου, στους ώμους μου και θα είναι δροσερό, απαλό, βελουδένιο, γοργοφτέρουγο όπως το θέλει ο ποιητής. Θα δώσει φτερούγες σ’ όλο μου το κορμί, θα το ξαναζωντανέψει και τότε θα ανοίξω τα μάτια μου. Θα ανοίξω τα μάτια μου, μα αυτό που θα δω θα μοιάζει απίστευτο: πράσινα λιβάδια, κόκκινες παπαρούνες να βάφουν ατέλειωτους κάμπους, λευκά κρίνα να λικνίζονται στον αέρα και να σκορπούν δροσούλες στο ανέμισμά τους. Θα αντικρίσω άνθη, πολύχρωμα άνθη παντού, και δένδρα, με κορμούς σφιχτούς και γερούς, με καρπούς μεθυστικούς. Άσπρα άλογα θα καλπάζουν, δεν θα υπάρχει άλλη ζωή, μόνο άσπρα άλογα…

Μα θα μπορώ άραγε να δω ; Θα μπορέσω να ξαναδώ τίποτα πια ; Μήπως τα μάτια μου συνηθίσουν τόσο το σκοτάδι που, έτσι άχρηστα όπως είναι τώρα, νεκρωθούν για πάντα ; Τι τραγωδία θα είναι αυτή ! Να έχω μάτια μα να μην μπορώ να δω ! Κι ακόμη χειρότερα, γιατί δεν θα έχω χάσει την όρασή μου από κάποιο βίαιο ατύχημα, από κάποιο χτύπημα που δεν θα μπορούσα να αποφύγω, από κάποια μάχη ηρωική απ’ όπου θα έβγαινα ζωντανός και νικητής και η στέρηση της όρασης μου θα ήταν απλώς το απαραίτητο τίμημα για το κατόρθωμά μου. Μα να έχω χάσει τα μάτια μου επειδή αυτά συνήθισαν στο σκοτάδι ! Μήπως όμως κι αυτή η επιλογή της σκοτεινής διαδρομής, που κανείς πρωτύτερα δεν είχε εξερευνήσει, δεν είναι μία πράξη ηρωική, δεν είναι μία μάχη ; Μα κι αν είναι έτσι, αυτό δεν θα το γνωρίζει κανείς και κανένα φανερό σημάδι δεν θα υπάρχει. Ω, τι συμφορά !

Μα πάλι ίσως την όραση μου να μην χάσω. Ίσως να βρω την έξοδο και να μπορώ να δω. Όμως αυτό που θ’ αντικρίσω μπορεί καθόλου το προσδοκώμενο να μην είναι. Άλλωστε κανένα ίχνος δεν υπάρχει, καμία ένδειξη πουθενά, πως το τούνελ αυτό οδηγεί σε κάποια χώρα μαγική και ονειρεμένη…

(δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ''Φανταστική Λογοτεχνία'', τεύχος 4)


3. Στο Νησί.

ΜΕ ΦΟΥΣΚΩΜΕΝΟ ΤΟ ΣΤΗΘΟΣ και λίγο ζαλισμένο ακόμη το κεφάλι στεκόμουν γονατιστός στην άκρη της μικρής βάρκας που ταλανιζόταν ελαφρώς καθώς διέσχιζε το γαλάζιο μπροστά μας. Και ώρες ολόκληρες τίποτα άλλο δεν αντίκριζαν τα μάτια μου πέρα από την απαλή θάλασσα, τον γαλανό ουρανό και τον ήλιο, ακριβώς από πάνω μας, να εξακοντίζει τις κάθετες ακτίνες του στην γαλάζια επιφάνεια και να αποκαλύπτει, καθαρά και διάφανα, τον μυστηριώδη κόσμο του βυθού της, σκοτεινό, βαθυγάλανο, απόμακρο. Ώρες ολόκληρες, μέχρι να διακρίνουμε επιτέλους την μεγάλη κίτρινη αμμουδιά…

Όμως μόλις έλαμψε το βλέμμα μου, άκουσα τον αναστεναγμό του βαρκάρη. Επιφυλακτικός και ανήσυχος καθ’ όλη την διάρκεια της διαδρομής, έκπληκτος που πράγματι βρήκαμε το νησί, το μόνο που δέχτηκε ήταν να παραπλεύσει και κατόπιν, το συντομότερο, να φύγει. Λες και η άξαφνη ηρεμία, η γαλήνη που απόπνεε αυτός ο γήινος πλεούμενος παράδεισος να του ξυπνούσε φόβους κι εφιάλτες καλά απωθημένους κι άγνωστους. Βιάζονταν λοιπόν φανερά να γυρίσει πίσω, στο θορυβώδες λιμάνι της αφετηρίας μας κι εκεί να ξαναβρεί την ασφάλεια, μες στο ποικιλόμορφο ανθρωπομάνι του μόλου. Αρνήθηκε να ρίξει την άγκυρα και μου έκανε νόημα να κατέβω.

Όμως κι εγώ ήμουν άλλο τόσο ξαφνιασμένος. Η θέα του νησιού με είχε ταράξει, γιατί παρόλο που πολλές φορές την είχα πλάσει στην φαντασία μου, τώρα που είχα το αληθινό της όραμα μπροστά μου γούρλωνα τα μάτια για να το πιστέψω. Κατέβηκα από την βάρκα δίχως να αποχαιρετήσω τον βαρκάρη. Εκείνος, μόλις τσέπωσε το παχυλό πουγκί που του είχα τάξει, μου γύρισε την πλάτη και ξεκίνησε το κουπί. Απόμεινα έτσι στην παραλία, να ακούω για στερνή φορά το θόρυβο που έκαναν τα κουπιά καθώς απομακρύνονταν η βάρκα κι ακόμη το κύμα να χτυπά αφρίζοντας στους βράχους. Γύρω μου απλώνονταν το κοραλλένιο νησί με την απέραντη κίτρινη αμμουδιά του και τα ψηλά πελώρια δένδρα που έκρυβαν, σα φράκτης, σα τοίχος φυσικός, το εσωτερικό του νησιού.

***

‘‘Αυτό είναι καθαρή τρέλα’’ είχε μουρμουρίσει ο συνταξιδιώτης μου ‘‘να ξεκινήσει κανείς, έτσι ξαφνικά, εξαιτίας μίας φανταχτερής ιστορίας που του διηγήθηκαν, να ξεκινήσει για να φτάσει στην άκρη του κόσμου… Γιατί ; Ποιός ο λόγος ; Και να πληρώνει μάλιστα για αυτό, να πληρώνει αδρά ! Πουφ, ανοησίες !’’

Είχα αγνοήσει τότε τα λόγια του, μα αφού έκανα μερικά βήματα στην αμμουδιά, συνειδητοποίησα πως πράγματι είχα μείνει πλέον ολομόναχος, με μόνο τα φυσικά στοιχεία να σαλεύουν γύρω μου. Τότε κατάλαβα πόσο ριψοκίνδυνο ήταν το εγχείρημά μου. Και προσπάθησα να ξαναφέρω στο νου μου την χθεσινοβραδινή σκηνή στην ταβέρνα του μόλου, να ξαναζωντανέψω την ιστορία που μου διηγήθηκε εκείνος ο… ο φαινομενικά μεθυσμένος απόμαχος θαλασσόλυκος… αν θυμάμαι καλά το όνομά του ο ψαρα-Αντώνης… προσπάθησα να θυμηθώ κάτι που ν’ άξιζε τον κόπο. Μα όλα ήταν τόσο θολά…

Θυμάμαι μονάχα πως πετάχτηκα όρθιος, ενθουσιασμένος, πέταξα πέρα το ποτήρι μου και περήφανα δήλωσα πως θα περνούσα όλη την νύχτα στον μόλο, πλάι στην θάλασσα, περιμένοντας να ξημερώσει, και τότε να βρω βαρκάρη που θα με περάσει στο νησί. Τότε όλα τα κεφάλια ταράχθηκαν, ένα μουρμουρητό σηκώθηκε απ’ άκρη σ’ άκρη σε όλο το μαγαζί. Σίγουρα θα θαύμαζαν το μεγάλο μου θάρρος. Βαδίζοντας προς την έξοδο, ο ταβερνιάρης με άρπαξε από το μανίκι, το χρυσό του δόντι ανεβοκατέβαινε και γυάλιζε καθώς μιλούσε: ‘‘Πού πας τρελέ ; Κάτσε εδώ ! Η μαντάμ-Βικτορία έχει ζεστό δωμάτιο, έχει σόμπα με καυσόξυλα για όλη την νύχτα και ξέρει ξόρκια μαγικά που ξελογιάζουν κάθε άντρα. Πού πας ;’’

***

Το νησί δεν φαινόταν πολύ μεγάλο. Το κύκλωνε ολόγυρα αυτή η κίτρινη λεπτόκοκκη αμμουδιά, μα όσο προχωρούσες προς το εσωτερικό του η βλάστηση πύκνωνε. Σίγουρα, άμα μπορούσες να το δεις από ψηλά, θα έμοιαζε με χρυσό δαχτυλίδι που ’χει στο κέντρο του, πολύτιμη πέτρα, ένα καταπράσινο ρουμπίνι. Έπρεπε να παραμερώ συνεχώς πράσινα φύλλα, παράξενα άγνωστα φυτά, φουντωτούς θάμνους με σουβλερά αγκάθια για να προχωρώ και ενώ τίποτα ζωντανό δεν έβλεπα τριγύρω είχα ωστόσο την αίσθηση πως κάτι κινούνταν πίσω από τις φυλλωσιές, πως κάτι ανάπνεε και με παρακολουθούσε. Γρήγορα ένιωσα ολόκληρο το δάσος να αναπνέει σα πελώριο ζωντανό οργανισμό. Σα να ήταν κάποιου τεράστιου θηρίου η καρδιά που παλλόταν και εγώ βάδιζα ατρόμητος, αργά αλλά σταθερά, στο κέντρο αυτής της καρδιάς.

Μετά από ώρες πεζοπορίας είχα πλέον κουραστεί. Ο ιδρώτας έτρεχε στο πρόσωπό μου, στις πλάτες, σε όλο μου το σώμα και είχε μουσκέψει τα ρούχα μου. Τα μπράτσα μου είχαν πληγωθεί από τις μυτερές άκρες των φύλλων, που με μαστίγωναν εκδικητικά καθώς τα προσπερνούσα. Η αναπνοή έβγαινε πια δύσκολα, βασανιστικά, από το στήθος, το στόμα μου. Η ζέστη και η υγρασία με είχαν καταβάλει και τώρα με έπνιγαν. Γίνονταν σταδιακά όλο και πιο έντονη η ανάγκη, το αίσθημα, πως έπρεπε ν’ ανασάνω, ν’ ανασάνω, να…

Τέλος, καθώς έκανα την κίνηση, την ίδια πάλι κίνηση, να παραμερίσω ότι βρισκόταν μπροστά μου για να περάσω, ένιωσα τον άδειο αγέρα. Έπεσα ελεύθερα, βαριά, ανάσκελα και το πηχτό χώμα, η λεπτή σκόνη μπήκε στα ρουθούνια μου. Γύρισα με κόπο το κεφάλι κι αντίκρισα καθαρά πλέον, όχι ανάμεσα από τα πυκνά φύλλα των δένδρων αλλά καθαρά, τον φωτεινό δίσκο του ήλιου. Τα μέλη του σώματός μου λύθηκαν, το στήθος μου ανεβοκατέβαινε γοργά καθώς μύριζα τον καθαρό αγέρα και τότε, κάτι παράξενο συνέβη, άρχισα να γελώ, τραντάζοντας όλο μου το κορμί, σα τρελός, σα να ’χασα τα λογικά μου. Ύστερα ηρέμησα μα δεν σηκώθηκα, έμεινα για ώρα πολύ εκεί, έκλεισα τα μάτια και με πήρε ο ύπνος, ένας ύπνος βαθύς και ζεστός και νομίζω πως ονειρεύτηκα…

***

Όταν σηκώθηκα ο ήλιος έγερνε στον ουρανό κι ο ορίζοντας είχε ένα απαλό ρόδινο χρώμα. Περιπλάνησα την ματιά μου, περιεργάστηκα το καινούριο τοπίο. Ήταν λοιπόν αληθινό! Και υπέροχο, πράγματι υπέροχο! Υπήρχε πράγματι ένας βράχος που ανάβλυζε νερό, τρεχούμενο, δροσερό νερό. Υπήρχε το βάθρο, το υψηλό βάθρο, όπως μου το είχαν διηγηθεί, κι επάνω του καθόταν πράγματι, στραβοπόδη, με τα χέρια πλεγμένα στο στήθος, με τα μάτια μισόκλειστα, σα να τα διαπερνούσε μια απαλή ομίχλη, με το στόμα σε ένα ελαφρό μειδίαμα, καθόταν Εκείνος.

Με αργά βήματα, με κομμένη την ανάσα, τρέμοντας πλησίασα το βάθρο, πλησίασα Εκείνον. Τέντωσα το κορμί μου όσο μπορούσα, καθάρισα τον λαιμό μου για να ακουστώ καλά, έλεγξα την φωνή μου. Ήταν λοιπόν η σημαντική στιγμή κι έπρεπε να είμαι έτοιμος.

- Δάσκαλε, είπα τρέμοντας, κάτοχε της σοφίας, γνώστη της αρχής και του τέλους, μεγάλε αγωνιστή και αναχωρητή του κόσμου ετούτου, εξουσιαστή της ολότητας, των πάντων… ορίστε Ήρθα ! Μου είπαν πως θα σε βρω εδώ και ήρθα ! Πες μου τώρα σε παρακαλώ, ω ! Κυβερνήτη ορατών κι αοράτων, πες μου σε παρακαλώ, ποιό είναι το μεγάλο μυστικό ; Τί πραγματικά αξίζει ; Ποιά είναι η αλήθεια ;

Σταμάτησα με φωνή τρεμάμενη.

Μια τρικυμία διαπέρασε τα μάτια του. Άνοιξε ελαφρά τους οφθαλμούς του. Χαμήλωσε νομίζω το κεφάλι και για λίγο με κοίταξε… Κι έμεινε έτσι, σιωπηλός. Δεν σάλεψαν τα χείλη του, τίποτα δεν είπε, μιλιά δεν έβγαλε, άχνα δεν ακούστηκε. Σιωπηλός μονάχα κι ήσυχος.


4. Ιούδας.

ΕΙΧΕ ΠΕΣΕΙ ΠΛΕΟΝ Η ΝΥΧΤΑ. Αλλά μία νύχτα αλλιώτικη, παράξενη, τόσο σκοτεινή που τίποτα δεν φαινόταν, ούτε καν τα νυχτοπούλια, μονάχα άκουγες το φτεροκόπημά τους στον αγέρα και θαρρούσες πως αόρατοι άγγελοι είχαν αναστατωθεί στον ουρανό.

Ένας άντρας ανέβαινε τον λόφο μόνος, εκεί όπου ο ουρανός ρόδιζε ακόμη. Πάνω στον λόφο κυριαρχούσαν οι θάμνοι και γενικά η χαμηλή βλάστηση, εκτός από ένα δένδρο κοντά στην κορυφή του, μια βελανιδιά, η μόνη που ξεχώριζε από μακριά με απλωμένα τα πελώρια κλαδιά της, σαν χέρια πνιγμένων στον άδειο αγέρα.

Ο άνδρας έδειχνε κατάκοπος, παραπατούσε, ήταν φανερά αναστατωμένος, και κάτι περισσότερο : παραμιλούσε, σκόνταφτε απάνω στις πέτρες, άπλωνε τα χέρια, έπιανε το κεφάλι του και τραβούσε τα μαλλιά του. Συχνά, καθώς δεν πρόσεχε που πατούσε, σκόνταφτε κι έπεφτε κάτω. Όταν σηκώνονταν τα γόνατα κι οι αγκώνες του έτρεχαν αίματα. Θα ήταν κανένας τρελός ή κάποιος αληθινά απελπισμένος…

Κάτω στην πόλη η είδηση είχε αρχίσει να διαδίδεται, η φήμη κυκλοφορούσε : ‘‘Έπιασαν τον Δάσκαλο ! Έπιασαν τον Δάσκαλο !’’. Τον είχαν πράγματι συλλάβει το σούρουπο, στο όρος όπου βρίσκονταν με τους μαθητές του, και τώρα τον οδηγούσαν, με δεμένα τα χέρια, στον δικαστή. Θα τον ανέκριναν και θα τον καταδίκαζαν σε θάνατο ! Κι οι μαθητές είχαν όλοι σκορπίσει, φοβισμένοι για την ζωή τους, καθώς έλεγαν πως θα κυνηγούσαν κι αυτούς, πως θα τους έπιαναν, πιθανόν θα τους σκότωναν, έπρεπε λοιπόν να κρυφτούν και να φύγουν.

Ο άντρας που ανέβαινε τον λόφο ζύγωνε πια στην κορυφή του, όταν ακούστηκε η πρώτη βροντή κι ο τόπος γύρω φωτίστηκε. Η γης μύριζε κι ο αγέρας ήταν υγρός. Μία δεύτερη αστραπή δεν τον βοήθησε να δει, μπλέχτηκε σε κάτι θάμνους, μία βροντή ακούστηκε, εκείνος έπεσε κάτω και το πρόσωπό του γέμισε αίματα. Όταν σήκωσε πάλι το κεφάλι, είδε την μεγάλη βελανιδιά να ορθώνεται λίγα βήματα μπροστά του, και μια ταραγμένη ιδέα, όλο άναρθρες κραυγές, χαράχτηκε στο μέτωπό του. Τότε μία δεύτερη βροντή ακούστηκε τόσο δυνατά που θαρρούσες πως ο λόφος έτρεμε και ο άντρας γραπώθηκε από το έδαφος. Γυρίζοντας το κεφάλι, γούρλωσε τα μάτια καθώς αυτό που έβλεπε ούτε που φανταζόταν ότι μπορούσε ποτέ να γίνει. Ήταν Εκείνος, ο Δάσκαλος, ολόρθος μπροστά του…

Ο Δάσκαλος ήταν φωτισμένος από μία ορατή άλω που τον κάλυπτε από το κεφάλι ίσαμε τα πέλματα. Το πρόσωπό του ήταν καθαρό κι ολοφώτεινο, μα είχε μια όψη περίεργη, που δεν μπορούσες να πεις εάν έκρυβε ηρεμία ή θλίψη. Άπλωσε το χέρι προς τον πεσμένο άνδρα, έσκυψε λίγο και τον κοίταξε κατάματα.

- Κύριε, εσύ είσαι ; Μα δεν μπορεί να είσαι εσύ ; Πώς μπορεί ; Σε σέρνουν δεμένο προς τον δικαστή, θα σε δικάσουν, θα σε κατηγορήσουν και θα αποφασίσουν…

Ο Δάσκαλος όμως στεκόταν μπροστά του και τον κοίταζε κι είχε μία αμφιβολία στα μάτια. Για πρώτη φορά έβλεπε αμφιβολία στα μάτια του Δασκάλου.

- Κύριε, σε πρόδωσα, εγώ σε παρέδωσα σε εκείνους… Πώς μπόρεσα να το κάνω αυτό ; Πώς μπόρεσα ;

Ο Δάσκαλος αναστέναξε κι ακούστηκε η φωνή του, σιγανή πολύ και θλιμμένη :

- Είμαι μόνος Ιούδα ! Όλοι με εγκατέλειψαν, όλοι με άφησαν, όλοι σκόρπισαν. Κανείς δεν με σκέπτεται την ώρα τούτη, όλοι τρέχουν να σωθούν… Μονάχα εσύ απόμεινες να με σκέπτεσαι Ιούδα. Μονάχα εσύ…

Ο πεσμένος άνδρας είχε χάσει πλέον τα λογικά του και παραμιλούσε :

- Δεν ήξερα Κύριε, δεν είχα ιδέα, πώς μπορούσα να ξέρω ; Έκανα λάθος, λάθος φρικτό, ένα έγκλημα που δεν διορθώνεται… Σε πρόδωσα, πρόδωσα Εσένα και τον εαυτό μου. Δεν ήξερα, δεν είχα ιδέα…

- Είμαι μόνος Ιούδα, αποκρίθηκε πάλι η φωνή του Δασκάλου, που άπλωνε – τί παράξενο – θα ’λεγες παρακλητικά το χέρι.

- Τίποτα δεν διορθώνεται τώρα Κύριε, τίποτα δεν αλλάζει… Αυτό ήταν λοιπόν να γίνει…

- Ιούδα έμεινα μόνος, κανείς δεν με σκέπτεται την ώρα τούτη, ακούστηκε για τρίτη φορά η φωνή Του και το απλωμένο προς τον άντρα χέρι ταράχτηκε.

Ο Ιούδας όμως είχε πια παρανοήσει. Η καταστροφή είχε σαλέψει το μυαλό του. Η απογοήτευση και η απελπισία είχαν κλονίσει την υγεία του… Πολλές φορές ένας άντρας χαμένος, πεσμένος στην θάλασσα, νιώθει ένα άλλο ναυαγό να του τείνει το χέρι, να τον καλεί να κρατηθούν μαζί, να ενώσουν τις δυνάμεις τους, να σωθούν μαζί. Άλλοτε το απλωμένο χέρι βρίσκει ανταπόκριση, άλλοτε όχι.

- Νομίζεις πως δεν σ’ αγάπησα κι εγώ Κύριε, πως δεν σε πίστεψα… είπε ο πεσμένος άντρας καθώς ανασηκωνόταν.

Γύρισε την πλάτη στον Δάσκαλο, έκαμε μερικά βήματα και τότε μια ακόμη αστραπή φώτισε την βελανιδιά μπροστά του : στο ένα κλαδί κρεμόταν και χόρευε μανιασμένα ένα σχοινί μέσα στην καταιγίδα. Το σχοινί έφτανε μέχρι χαμηλά και είχε μια θηλιά στην άκρη του. Τον περίμενε…

Ο Ιούδας έπιασε με τα δυο του χέρια την θηλιά και γύρισε να κοιτάξει για μια τελευταία φορά τον Δάσκαλο που στεκόταν ακόμη εκεί.

- Ιούδα, Ιούδα…

Την στιγμή εκείνη ήρθε από μακριά, τρεις φορές, το λάλημα του πετεινού. Ο Δάσκαλος γύρισε κατά την μεριά της πόλης. Ολόκληρος έλαμψε λευκός κι ύστερα το φως άρχισε να φθίνει, σταδιακά μέχρι που χάθηκε.

Ο Ιούδας έμεινε στην βελανιδιά μονάχος. Σκέφτηκε την στιγμή που του έδωσαν τα τριάντα αργύρια κι έπειτα όταν εκείνος τα πέταξε με τόση καταφρόνια και το έβαλε στα πόδια. Εκείνη την στιγμή είχε νομίσει πως μπήκε ζωντανός στην κόλαση… Μα τώρα σκέφτονταν πως δεν είχε ιδέα ακόμη τότε τί θα πει κόλαση και τί θα πει ζωντανός…

Τον βρήκαν τα ξημερώματα, να κρέμεται λίγο πιο πάνω από το έδαφος.